Με πολυκερματισμένη την αντιπολίτευση συγκροτείται μια ιδιότυπη Βαβέλ με πολλαπλές συνέπειες, ιδίως μετά τις προσεχείς εκλογές.
Με την… ΕΛΑΣ ν’ αποτελεί πλέον επισήμως το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού να καταθέτει το καταστατικό της Ελπίδας στον Άρειο Πάγο ολοκληρώνεται και τυπικά η διαδικασία της γέννησης των νέων κομμάτων της αντιπολίτευσης. Με το σκηνικό να παραμένει έτσι πολυκερματισμένο και να συγκροτεί επί της ουσίας μια ιδιότυπη Βαβέλ που θα έχει, δυστυχώς, πολλαπλές συνέπειες ιδίως μετά τις προσεχείς εκλογές.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Η εμπειρία, άλλωστε, της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου με τα κόμματα που μπήκαν στη Βουλή και άλλα διαλύθηκαν, άλλα συγκροτήθηκαν στην πορεία και άλλα ουσιαστικά έχουν καταστεί ανενεργά επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις ότι το σκηνικό αυτό μάλλον λειτουργεί αρνητικά παρά θετικά, όπως θα έπρεπε θεωρητικά τουλάχιστον χάριν πολυφωνίας.
Το χειρότερο όλων όμως είναι πως από τη μία πλευρά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει συνεννόηση με την κυβέρνηση στα σοβαρά ζητήματα, αφού εκφράζονται πολλές διαφορετικές απόψεις ή κάποια απ’ αυτά τα κόμματα και οι αρχηγοί τους λειτουργούν αντιδραστικά. Ενώ από την άλλη πλευρά ούτε οι ίδιοι μεταξύ τους μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να βρουν έναν κοινό τόπο σε βασικά ζητήματα – ακόμη κι αν αυτά απαιτούν από τους ίδιους απλώς ν’ αντιπολιτευτούν την κυβέρνηση, αλλά σε ενιαίο μέτωπο.
Με άλλα λόγια, το γεγονός πως οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν αφενός ένα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, αφετέρου επιβεβαιώνουν την πολιτική κυριαρχία της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη και ταυτόχρονα την αδυναμία της αντιπολίτευσης στο σύνολό της είναι προφανώς όψεις του ίδιου νομίσματος. Της τάσης δηλαδή που υπάρχει αυτή τη στιγμή να εκφράζεται η αντιπολίτευση με κόμματα και… κομματίδια και τις συζητήσεις που γίνονται στο παρασκήνιο να αφορούν ακόμη και τη δημιουργία νέων πολιτικών σχηματισμών – ήτοι την περαιτέρω διάσπαση του πολιτικού σκηνικού.
Για μια χώρα, εξάλλου, όπως η Ελλάδα που έχει παράδοση στον δικομματισμό και στις ισχυρές αυτοδύναμες κυβερνήσεις κάτι τέτοιο μοιάζει εξ ορισμού ξένο. Βεβαίως, από την άλλη πλευρά, το να «σπάει» ο δικομματισμός ή ακόμη και να υπάρχουν κυβερνήσεις συνεργασίας που πατάνε όμως γερά στα πόδια τους και έχουν συγκεκριμένες προγραμματικές θέσεις και κατευθύνσεις δεν είναι απαραίτητα κακό. Το πολιτικό τοπίο σήμερα, ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε τέτοιες καταστάσεις και μολονότι δεν επαναφέρει πρακτικά το σενάριο του δικομματισμού, αναδεικνύει πάντως την ανάγκη μιας ισχυρής, αυτοδύναμης κυβέρνησης.
Όπως συνέβη, άλλωστε, το 2019 και ιδιαίτερα το 2023 με τη ΝΔ, με τους πολίτες να δηλώνουν με την ψήφο τους ότι επιθυμούν πρωτίστως σταθερότητα και ασφάλεια και απέρριψαν έτσι «τρελά» σενάρια όπως αυτά που διακινούνταν π.χ. το 2019 από τον κ. Τσίπρα και τους συνεργάτες του για «κυβέρνηση ανοχής» ή «μειοψηφίας».
Το χειρότερο όλων, όμως, είναι ότι λίγους μήνες πριν από τις κάλπες η κατάσταση στην αντιπολίτευση θυμίζει… φρενοκομείο. Ουδείς γνωρίζει ποιος μιλάει με ποιον, ουδείς μπορεί να φανταστεί πώς μπορεί να υπάρξει σημείο επαφής μεταξύ συγκεκριμένων κομμάτων και σχηματισμών.
Ουδείς κατανοεί τον λόγο για τον οποίο όλοι θέλουν να γίνουν αρχηγοί, ουδείς κατανοεί τον λόγο για τον οποίο ο κ. Τσίπρας επιστρέφει με την ΕΛΑΣ δίχως στην πραγματικότητα να έχει να κομίσει κάτι νέο, αντιθέτως επιχειρεί με τον ίδιο, γνωστό από το παρελθόν τρόπο του να εξαπατήσει τους πολίτες και να διαλύσει τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ενώ την ίδια στιγμή το ΠΑΣΟΚ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, αδυνατεί να βρει τον βηματισμό του και ν’ αρθρώσει σοβαρό πολιτικό λόγο, με τον Νίκο Ανδρουλάκη ν’ αντιμετωπίζει αμφισβήτηση εκ των έσω και το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού να θυμίζει ένα κράμα εθνικιστικών, ακροδεξιών, θρησκόληπτων και βέβαια ρωσόφιλων που επιδιώκουν κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της Μόσχας.