Εύκολα οποιοσδήποτε μπορεί να φτιάξει έναν πίνακα χωρών, σαν να τις βαθμολογεί ας πούμε, με βάση γνωστά στατιστικά στοιχεία, καταγραφές, περιγραφές και μετρήσεις, και μετά να επιλέξει σε ποια θα ήθελε να ζήσει, να κάνει οικογένεια, να σπουδάσει ή να εργαστεί. Να στήσει κάποια δουλειά, να επενδύσει για μια μικρή ή μεγάλη επιχείρηση.

 

Γράφει ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ

 

Αν μείνουμε και μόνο σ’ αυτό το τελευταίο, στο επιχειρείν το λεγόμενο –μετά συγχωρήσεως κιόλας, γιατί μας διαβάζουν και προοδευτικοί άνθρωποι, αριστεροί, συνδικαλιστές, μέλη επιτροπών, προϊστάμενοι δημόσιων οργανισμών και αρμόδιοι αδειοδοτήσεων–, όποιος σκοπεύει να επενδύσει χρήματα, την προσωπική του εργασία, όρεξη, έμπνευση και φαντασία για να αναπτύξει μια επιχειρηματική δραστηριότητα, θα ξεφυλλίσει κάποια τετράδια-οδηγούς για να βρει ποια είναι η πιο φιλική και συμφέρουσα προς τον σκοπό αυτόν χώρα.

Θα βρει εκεί, σε καλή σειρά, τη Σλοβενία, την Εσθονία, την Ιρλανδία, τη Σλοβακία, την Αλβανία, το Μαυροβούνιο, την Πορτογαλία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο. Μιλάμε για χώρες που δεν είναι και στην κορυφή της λίστας, όμως είναι, ξαναλέμε, σε περίοπτη θέση και ως προς τις ευκαιρίες ή τις ευκολίες που παρέχουν και για το θεσμικό πλαίσιο προς το επιχειρείν.

Η Ελλάδα εννοείται βέβαια πως είναι σ’ αυτόν τον κατάλογο, μόνο που ποζάρει περήφανη, έρημη, φτωχή και μόνη, κάτω κάτω. Είναι μακράν τελευταία. Ομως είναι η ωραιότερη χώρα, με το καλύτερο κλίμα, την ωραιότερη γεω-βιο-ποικιλότητα, τις θάλασσες και τα υπέροχα νησιά της, με φυσικό τοπίο απαράμιλλο και Ιστορία χιλιετιών όσο καμία άλλη, ευλογημένος τόπος δηλαδή.

Ετσι, την επισκέπτεσαι εσύ ο ίδιος ο υποψήφιος επενδυτής, για να δεις από κοντά και να διαμορφώσεις άποψη, για να έχεις γνώση από πρώτο χέρι.

Κλειστά, ρημαγμένα μαγαζιά, κεντρικοί δρόμοι νεκροί, εκατοντάδες υπέροχα κτήρια σε εγκατάλειψη ή σε κατάληψη, καμένοι κάδοι, γωνιές-σκουπιδότοποι, παντού πεταμένα, παρατημένα, ακινητοποιημένα χιλιάδες αυτοκίνητα, μουντζουρωμένοι όλοι οι τοίχοι, βανδαλισμένα μνημεία.

Παρ’ όλα αυτά επιμένεις, δεν αποθαρρύνεσαι και ψάχνεις το θεσμικό πλαίσιο και τους νόμους που διέπουν αυτό το περίφημο επιχειρείν. Ρωτάς, μαθαίνεις, πληροφορείσαι για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσεις, τον χρόνο που χρειάζεσαι για να ολοκληρωθεί το εγχείρημα. Θέλετε να συνεχίσω, ή χέσ’ το καλύτερα;

 

Υπάρχει και συνέχεια

Ε, αφού επιμένετε συνεχίζω… Βλέπεις λοιπόν τους νόμους, τη φορολογία, το μισθολογικό κόστος, τις εργοδοτικές εισφορές, υπολογίζεις τα έξοδα για άδειες, συμβόλαια, έναρξη επιτηδεύματος, προκαταβολές εφορίας, σύντομα δε μαθαίνεις για κάτι περίεργα ποσά που χρειάζεσαι να τα σπρώξεις τριγύρω για να γίνει η δουλειά και να μη μείνεις με τα χαρτιά στο χέρι.

Σε λίγο φεύγεις άρον άρον, άπρακτος, αφού έχεις χάσει πολύτιμο χρόνο και άφθονο χρήμα και πας να ανοίξεις «το μαγαζί των ονείρων σου» οπουδήποτε αλλού! Στο τσακ γλίτωσες την καταστροφή…

Και κάθεται κάποιος από μας τώρα, σκέπτεται και αναρωτιέται: Πώς είναι δυνατόν να προοδεύσει μια χώρα όταν όχι μόνο δεν φροντίζει να παράγεται πλούτος για να αναδιανεμηθεί στους πολίτες της, αλλά τουναντίον εμποδίζει με κάθε τρόπο την παραγωγή του;

Όταν το ίδιο το κράτος βάζει συνεχώς παγίδες, τρικλοποδιές και προσκόμματα για να μην καταφέρει κάποιος, όχι εύκολα ούτε καν δύσκολα, να στήσει μια επιχείρηση. Έχουν περάσει πολλές δεκαετίες και το συστηματάκι αυτό δεν λέει να αλλάξει, να απλοποιηθεί, να γίνει «φιλικό»…

Αντίθετα, όσοι έψαξαν προσπαθώντας να βρουν μιαν άκρη στους ελληνικούς λαβύρινθους, ξέρουν καλά ότι τα πράγματα γίνονται όλο και χειρότερα, γιατί συνεχώς προστίθενται καινούργια και πιο ακριβά «κόλπα». Έχουν πολλαπλασιαστεί και οι «κοστοβόροι» παράγοντες, οι απαιτούντες το «κατιτίς» τους για να προχωρήσει η δουλειά.

Χρειάζεσαι τώρα πια μεγαλύτερο μέσον, γνωριμίες, μαύρο χρήμα για λαδώματα, ακριβούς δικηγόρους-χελώνες, ευκινησία και άλλα κόλπα σε δήμους, υπουργεία, εφορίες, πολεοδομίες, αστυνομίες… Και μπράβους πρέπει να βρεις.