Οι Κυκλάδες βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: ανάπτυξη χωρίς όρια ή τουρισμός με σχέδιο και σεβασμό στην ταυτότητα των νησιών;
Ο Γρηγόρης Δημητριάδης, σε άρθρο του στο Protagon, καταγράφει με αριθμούς και παραδείγματα τις πιέσεις που δέχονται οι Κυκλάδες από τον υπερτουρισμό, την άναρχη δόμηση και την επιβάρυνση των υποδομών, θέτοντας ένα βασικό ερώτημα: πόση ανάπτυξη μπορούν να αντέξουν τα νησιά χωρίς να χάσουν αυτό ακριβώς που τα έκανε μοναδικά;
Αναλυτικά το άρθρο του Γρηγόρη Δημητριάδη στο protagon.gr
Ας ξεκινήσουμε με αριθμούς: Στις Κυκλάδες οι μόνιμοι κάτοικοι είναι 120.000. Το καλοκαίρι είναι μια άλλη ιστορία, που επίσης περιγράφεται εν μέρει με αριθμούς: σύνολο ξενοδοχειακών κλινών 300.000. Μονάδες Airbnb πάνω από 150.000. Και όχι μόνο. Το 2024 στα πέντε βασικά αεροδρόμια των Κυκλάδων (Σαντορίνη, Μύκονος, Πάρος, Νάξος, Μήλος) διακινήθηκαν πάνω από 5.000.000 επιβάτες! Ας δούμε όμως τις διαθέσιμες κλίνες ανά κάτοικο.
Στη Μύκονο έχουμε έξι κλίνες ανά κάτοικο. Στη Σαντορίνη πέντε κλίνες. Στο «ανερχόμενο αστέρι», την Πάρο, 3,6 κλίνες ανά κάτοικο. Ακόμα και στην αγαπημένη μου Τζιά έχουμε φτάσει να έχουμε αντιστοιχία πέντε κλινών ανά κάτοικο. Αν υπολογίσουμε και τους επισκέπτες από την κρουαζιέρα, τα νούμερα ζαλίζουν. Ενδεικτικά, μόνο η Μύκονος το 2024 υποδέχτηκε περίπου 1,3 επιβάτες κρουαζιέρας… Αξίζει να σταθούμε και σε μια άλλη διαπίστωση, που έχει να κάνει με την εκρηκτική αλλά και άναρχη οικοδομική ανάπτυξη και το real estate, που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού.
Τι να πει κανείς όταν πλέον η μέση τιμή πώλησης ανά τ.μ. ξεπερνά τις 4.000 ευρώ και σε ορισμένα νησιά που «ανακαλύφθηκαν» πρόσφατα, όπως η Πάρος, φτάνουν ακόμα και τις 10.000 το τετραγωνικό; Μιας και κάναμε στάση στην Πάρο, πώς δικαιολογείται το ότι στα οκτώ τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί άδειες δόμησης για 500.000 τ.μ.; Οταν μόλις πέρυσι εκδόθηκαν για το νησί 459 άδειες δόμησης; (Συγκριτικά, στη χαρακτηρισμένη ως κορεσμένη Σαντορίνη εκδόθηκαν 461 άδειες.)
Θα περιοριστώ σε δύο παραδείγματα. Στην πρόσφατα ανακαλυφθείσα από τους «χρυσοθήρες» Μήλο ήδη έχουν εκδοθεί το 2025 157 άδειες οικοδόμησης. Εχουν καταγραφεί 48 ξενοδοχειακά projects, σε διάφορα στάδια υλοποίησης. Εάν ολοκληρωθεί ο οικοδομικός οργασμός το νησί θα διπλασιάσει σχεδόν τη δυναμικότητά του σε κλίνες. Εκεί άλλωστε υψώθηκε το συγκρότημα στο Σαρακήνικο, εκεί όμως προσγειώνονται και τα ελικόπτερα κάποιων που θέλγονται από τα κάλλη της Μήλου, αναζητώντας πιθανόν αύριο ένα all inclusive πεντάστερο πολυτελείας… Για τα Κουφονήσια έγινε πολλή κουβέντα για το αδιαχώρητο στην Ιταλίδα.
Εκείνο όμως που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως το Ανω Κουφονήσι εξελίσσεται σε ένα τουριστικό «πειραματόζωο». Εχουν αδειοδοτηθεί 22 νέα ξενοδοχεία, ενώ πέντε υφιστάμενες μονάδες επεκτείνονται. Εχουμε, δηλαδή, 27 παρεμβάσεις για ξενοδοχεία σε ένα νησί μόλις 5,7 τ. χλμ. Οι διαθέσιμες κλίνες θα υπερδιπλασιαστούν.
Οι υποδομές σε μεγάλη δοκιμασία
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν είμαι κατά της τουριστικής ανάπτυξης. Ομως το κρίσιμο ερώτημα των ημερών είναι: Πόσους ακόμη μπορούν να φιλοξενήσουν τα Κυκλαδονήσια χωρίς να υποβαθμιστούν το νερό, το περιβάλλον, οι υποδομές και, τελικά, να πληγούν τόσο η ποιότητα ζωής των κατοίκων όσο και οι εμπειρίες των επισκεπτών;
Δεν είναι θεωρητικό το ερώτημα. Το παράδειγμα της Πάρου με την καταστροφική πυρκαγιά που ξεκίνησε από τον χώρο των απορριμμάτων έγινε πρωτοσέλιδο στους Financial Times. «Ο υπερτουρισμός πνίγει τα ελληνικά νησιά – η φωτιά στον ΧΥΤΑ Πάρου αποκάλυψε το αδιέξοδο των υποδομών» ήταν ο τίτλος ενός ρεπορτάζ που δεν μας έκανε και περήφανους για τη σκληρή πραγματικότητα…
Τεράστιες ποσότητες απορριμμάτων «παράγονται» στα Κυκλαδονήσια την τουριστική σεζόν. Καμία σχέση με τους χειμερινούς μήνες. Παράνομες χωματερές ξεφυτρώνουν, μπαζώματα και άχρηστα υλικά ρίχνονται σε απόκρημνες πλαγιές. Το νερό είναι το πρώτο αγαθό που «στερεύει» τους θερινούς μήνες. Ναι, οι αφαλατώσεις είναι μια λύση, αλλά κοστίζουν και είναι ενεργοβόρες. Ηδη το κράτος σπεύδει να ξοδέψει 166 εκατ. ευρώ για άμεση ενίσχυση των έργων αφαλάτωσης. Με την ευκαιρία, ας καταγράψουμε και την κατακόρυφη άνοδο στην κατανάλωση ενέργειας, όπου το δίκτυο αποθήκευσης, και διαχείρισης της θερινής αιχμής υστερεί δραματικά. Μετράμε τις κλίνες στα ξενοδοχεία αλλά όχι και τα λύματα που παράγουν και συχνά «πνίγουν» τα νησιά. Το θέμα είναι ότι πρώτα κτίζουμε τις μονάδες και μετά αναρωτιόμαστε τι θα γίνει με τις υποδομές, τα απαρχαιωμένα δίκτυα, τα ανύπαρκτα αντλιοστάσια. Αλήθεια, ποιος μπορεί να δώσει μια εικόνα για το αν επαρκούν οι βιολογικοί καθαρισμοί, όπου υπάρχουν;
Πλέον, με το που μπαίνουμε στην αιχμή της τουριστικής σεζόν ανακαλύπτουμε πως στη Μύκονο, στη Σαντορίνη, στην Πάρο, στη Νάξο έχουμε καθημερινά μποτιλιάρισμα. Ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα, ταξί, τουριστικά λεωφορεία, φορτηγά τροφοδοσίας, ΙΧ, μηχανάκια εφορμούν στους στενούς δρόμους που σχεδιάστηκαν σε άλλες εποχές για τους λιγοστούς κατοίκους των νησιών. Γιατί περισσότερες κρατήσεις σε δωμάτια ισοδυναμούν με περισσότερες μετακινήσεις. Στοιχειώδες…
Μιλώντας για δωμάτια, όσο αυξάνονται τα ξενοδοχεία και οι υπηρεσίες, η τουριστική αξιοποίηση των νησιών έχουμε λιγότερες κατοικίες για τους ολοένα αυξανόμενους απασχολούμενους σε αυτές, αλλά και για τους γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς που αναζητούν μακρόχρονες κατοικίες.
Οσο για την Υγεία, το ερώτημα είναι απλό: πόσοι γιατροί και ασθενοφόρα αντιστοιχούν σε 100.000 ανθρώπους τον Αύγουστο όταν το Σύστημα Υγείας έχει σχεδιαστεί για πολύ μικρότερο πληθυσμό;
Τι σηματοδοτούν όλα αυτά; Οτι οι Κυκλάδες αποποιούνται τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους και μετατρέπονται σε μια τεράστια εποχική πόλη, χωρίς τις απαραίτητες υποδομές.
Οταν ο τουρισμός αρχίζει να αλλάζει την ταυτότητα των νησιών
Οι Κυκλάδες υπήρξαν ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά τουριστικά επιτεύγματα ακριβώς επειδή δεν ήταν απλώς ένας τουριστικός προορισμός. Ηταν τόπος. Είχαν ιστορία, αρχιτεκτονική, τοπία, μικρές κοινωνίες, γεύσεις, πανηγύρια, αλιεία, γεωργία, καφενεία, οικογενειακές επιχειρήσεις και έναν τρόπο ζωής που έδινε περιεχόμενο στην τουριστική εμπειρία.
Ο επισκέπτης δεν ερχόταν μόνο για τη θάλασσα. Ερχόταν για να γνωρίσει τις Κυκλάδες. Σήμερα υπάρχει ο κίνδυνος να συμβεί το αντίστροφο: να δημιουργήσουμε έναν τουριστικό κόσμο που μοιάζει όλο και λιγότερο με τις Κυκλάδες.Η επέλαση μεγάλων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων, πολυτελών κατοικιών, πισινών και τουριστικών επενδύσεων αλλάζει την κλίμακα πολλών νησιών.
Δεν είναι η ανάπτυξη αυτή καθαυτή το πρόβλημα. Είναι η ανάπτυξη που δεν εντάσσεται στο τοπίο και στην κοινωνία.
Οταν το ξενοδοχείο γίνεται ένας κλειστός θύλακας, με τη δική του οικονομία, τη δική του κατανάλωση και τη δική του πελατεία, χωρίς ουσιαστική σχέση με την τοπική κοινωνία.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η «επέλαση της αστακομακαρονάδας».
Οχι επειδή η αστακομακαρονάδα είναι κακή – κάθε άλλο. Αλλά επειδή συμβολίζει έναν τουρισμό που κινδυνεύει να γίνει ίδιος παντού: ίδια εστιατόρια, ίδιο μενού, ίδια διεθνής αισθητική, ίδια beach bars, ίδια πολυτελή καταλύματα, ίδιο Instagram σκηνικό.
Μπορείς να βρεθείς στις Κυκλάδες και να καταναλώνεις ένα προϊόν που θα μπορούσες να καταναλώνεις οπουδήποτε στον κόσμο.
Αυτό θέλουμε; Αν οι Κυκλάδες χάσουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους, θα χάσουν ακριβώς το συγκριτικό πλεονέκτημα που τις έκανε παγκόσμιες.
Ο εκτοπισμός του έλληνα επισκέπτη
Για δεκαετίες το καλοκαίρι στις Κυκλάδες ήταν μέρος της ελληνικής κοινωνικής εμπειρίας.
Μια οικογένεια μπορούσε να πάρει το πλοίο, να νοικιάσει ένα δωμάτιο, να φάει σε μια ταβέρνα και να περάσει μερικές ημέρες στο νησί.
Σήμερα αυτό γίνεται όλο και δυσκολότερο.
Τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια είναι απλησίαστα, ιδιαίτερα για οικογένειες και για όσους μετακινούνται με αυτοκίνητο.
Συνεχίζεται με τη διαμονή, όπου η έκρηξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων και η στροφή σε υψηλότερης τιμής καταλύματα έχουν περιορίσει τις οικονομικές επιλογές. Και ολοκληρώνεται στο καθημερινό κόστος: καφές, εστιατόριο, παραλία, μετακινήσεις, ακόμη και βασικά αγαθά.
Το πρόβλημα είναι ότι οι τιμές των Κυκλάδων δεν συγκρίνονται πλέον μόνο με το εισόδημα του ξένου επισκέπτη. Συγκρίνονται με το εισόδημα του Ελληνα.Και εδώ η απόσταση μεγαλώνει. Αυτό έχει και κοινωνική διάσταση.
Τα νησιά δεν πρέπει να μετατραπούν σε τουριστικά πάρκα για ξένους και πλούσιους Ελληνες, ενώ οι μόνιμοι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν πρόβλημα κατοικίας, ακριβής διατροφής και περιορισμένης πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες.
Η τουριστική ανάπτυξη δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχία εάν ο έλληνας πολίτης αισθάνεται ότι το ελληνικό καλοκαίρι δεν τον αφορά πλέον.
Δεν μπορεί να είναι αντιμέτωπος με την «παντοδυναμία της ξαπλώστρας» στις παραλίες –με τσουχτερές συνήθως τιμές– με τον ελεύθερο χώρο σε αυτές να συρρικνώνεται…
Ναι στην ανάπτυξη, αλλά με σχέδιο
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υιοθετήσουμε μια αντιτουριστική λογική. Οι Κυκλάδες χρειάζονται επενδύσεις. Χρειάζονται καλύτερα ξενοδοχεία, σύγχρονες υποδομές, νέες επιχειρήσεις, περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας.
Ο τουρισμός είναι βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας και θα ήταν παράλογο να ζητήσουμε από τα νησιά να σταματήσουν να αναπτύσσονται.Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ανάπτυξη θέλουμε. Οι Κυκλάδες δεν πρέπει να γίνουν το ελληνικό Ντουμπάι.
Δεν μπορούν να μετατραπούν σε μια ατελείωτη ζώνη πολυτελών resorts, βιλών και πισινών, με δρόμους, δίκτυα ύδρευσης, αποχετεύσεις και υποδομές υγείας να ακολουθούν ασθμαίνοντας την οικοδομική δραστηριότητα.
Η Ελλάδα πρέπει, επιτέλους, να αντιστρέψει τη σειρά.Πρώτα σχεδιασμός, μετά ανάπτυξη.Πρώτα υποδομές, μετά νέες κλίνες.Πρώτα φέρουσα ικανότητα, μετά επενδύσεις.
Το νέο χωροταξικό πλαίσιο για τον τουρισμό κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση γιατί αναγνωρίζει ότι δεν μπορούν όλα τα νησιά να αντιμετωπίζονται με τους ίδιους κανόνες.
Ομως έρχεται με μεγάλη καθυστέρηση.
Η πολεοδομική ανοργανωσιά, οι διαδοχικές αλλαγές κανόνων, η εκτός σχεδίου δόμηση και η απουσία ολοκληρωμένου σχεδιασμού σε πολλά νησιά έχουν ήδη αφήσει το αποτύπωμά τους.
Είναι, επομένως, ένα βήμα προς τα εμπρός, αλλά σε μεγάλο βαθμό κατόπιν εορτής.Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σοβαρό. Η πολεοδομική αυθαιρεσία και η άναρχη ανάπτυξη δεν διορθώνονται εύκολα εκ των υστέρων.Ενας δρόμος που κατασκευάστηκε χωρίς συνολικό σχεδιασμό δεν μετακινείται.Ενα ξενοδοχείο που κτίστηκε σε λάθος σημείο δεν εξαφανίζεται.Ενας υδροφόρος ορίζοντας που πιέστηκε δεν αποκαθίσταται εύκολα.Ενα φυσικό τοπίο που κατακερματίστηκε δεν ξαναγίνεται όπως ήταν.
Γι’ αυτό η σημερινή επιλογή δεν αφορά μόνο το φετινό καλοκαίρι. Αφορά τις επόμενες δεκαετίες.Ο,τι κτίζεται σήμερα άναρχα μπορεί να γίνει αύριο οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό μπούμερανγκ.Μπορεί να υποβαθμίσει το ίδιο το προϊόν που πουλάμε.
Μπορεί να κάνει τις Κυκλάδες ακριβότερες για τους κατοίκους, λιγότερο ελκυστικές για τον ποιοτικό τουρίστα και ακριβότερες για το κράτος, επειδή θα χρειάζεται διαρκώς να καλύπτει το έλλειμμα υποδομών.
Ενας από τους σημαντικότερους διεθνείς μελετητές του υπερτουρισμού, ο Harold Goodwin, επισημαίνει πως «ο τουρισμός δεν είναι απλώς “πάρα πολλοί” τουρίστες. Είναι μια διαδικασία που μειώνει την “ουσία των τόπων”». Προσυπογράφω.
Η επιλογή, λοιπόν, δεν είναι «τουρισμός ή προστασία των Κυκλάδων».Είναι τουρισμός που προστατεύει τις Κυκλάδες ή τουρισμός που κατατρώγει τις Κυκλάδες. Οι Κυκλάδες μπορούν να αναπτυχθούν πολύ περισσότερο.Αλλά πρέπει να αποφασίσουμε τι θέλουμε να παραδώσουμε.
Ενα αρχιπέλαγος γεμάτο ξενοδοχεία, βίλες και πισίνες, όπου η αυθεντικότητα θα αποτελεί πλέον τουριστικό σκηνικό;
Ή νησιά ζωντανά, κατοικήσιμα, παραγωγικά, με ισχυρές τοπικές κοινωνίες, προστατευμένο τοπίο, σύγχρονες υποδομές και τουρισμό που θα αντλεί την αξία του από τον ίδιο τον τόπο;
Ισως το πρόβλημα να είναι ότι έχουμε ξεχάσει πότε το «πολύ» γίνεται θόρυβος.Χάσαμε το μέτρο, την αναλογία, τον ρυθμό, την καθαρότητα, την παύση, την αφαίρεση. Την αξία της απλότητας, τον μινιμαλισμό. Στην εποχή του «περισσότερου», ίσως αυτό που λείπει είναι η ικανότητα να λέμε «φτάνει!»