Η περιπέτεια για τη διεκδίκηση της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα στον φυσικό τους χώρο και της ενοποίησής τους με το αρχαιολογικό σύμπλεγμα παραπέμπει σε σύγχρονη… Αργοναυτική Εκστρατεία.

Η «αστική ευγένεια» φιγουράρει στις προτάσεις του προέδρου του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Οσμπορν. Από τη μία αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει δικαιώματα επί των Γλυπτών, από την άλλη απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο οριστικής επιστροφής τους και προτείνει έναν έντιμο –κατά την αγγλοσαξονική κουλτούρα– συμβιβασμό: τη συνεπιμέλεια και τον διαμοιρασμό για την κυριότητα και την έκθεσή τους. Ταυτόχρονα διακηρύττει το πνεύμα αμοιβαίων υποχωρήσεων από τις πάγιες και απόλυτες θέσεις…

Η Αθήνα, ωστόσο, είναι κατηγορηματικά αντίθετη στο όποιο σενάριο «δανεισμού» ή διαμοιρασμού και δεν προτίθεται να υπαναχωρήσει από την κόκκινη γραμμή της επανένωσης. Είναι επίσης σαφές ότι για την Αθήνα η όλη υπόθεση είναι προϊόν κλοπής-αρπαγής από τον λόρδο Έλγιν.

Ο αξιότιμος κ. Οσμπορν, όμως, προτείνει –ούτε λίγο ούτε πολύ– κάτοχος και… κλεπταποδόχος να μοιραστούν τα… κλοπιμαία! Θέλει τα Γλυπτά να εναλλάσσονται και να εκτίθενται για ορισμένα χρονικά διαστήματα πότε στην Αθήνα και πότε στο Λονδίνο, ενώ δεν αποδέχεται να απολέσει το Βρετανικό Μουσείο το δικαίωμα της κυριότητας των μνημείων και αρνείται την πλήρη και οριστική επανένωση της συλλογής στην Ελλάδα. Ωστόσο, είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι επί Τουρκοκρατίας τα Γλυπτά αφαιρέθηκαν από την Ακρόπολη και με αμφιλεγόμενο φιρμάνι πέρασαν στα χέρια του Έλγιν και στη συνέχεια πουλήθηκαν (ως ιδιωτική συλλογή αρχαιοτήτων άραγε;) στη βρετανική κυβέρνηση. Ο χρεωμένος λόρδος –πρέσβης της Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία– ζητούσε 74.000 λίρες, αλλά έκλεισε τη συμφωνία με την κυβέρνηση της χώρας του στις 35.000 λίρες. Τα Γλυπτά παρελήφθησαν από τους Βρετανούς το 1816 και το 1832 τοποθετήθηκαν στις αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου, όπου παραμένουν έως σήμερα.

Ποια απ' αυτά τα γεγονότα δεν γνωρίζουν ή αμφισβητούν ο κ. Οσμπορν, οι προκάτοχοί του και οι Βρετανοί αξιωματούχοι; Ή μήπως στη βρετανική προσέγγιση προκρίνεται το σενάριο ότι ο Έλγιν τα απέσπασε από την Ακρόπολη και μετέφερε τα περίπου 96 Γλυπτά και άλλα αρχαιολογικής αξίας αντικείμενα δήθεν για να τα σώσει από την οθωμανική βαρβαρότητα και τους βανδαλισμούς του καϊμακάμη;

Η προσπάθεια συνεχίζεται

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε πρόσφατα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχθεί καμία συμφωνία που να αναγνωρίζει την κυριότητα του Βρετανικού Μουσείου και να προβλέπει τον «δανεισμό» των Γλυπτών. Διπλωματικοί κύκλοι, μάλιστα, τονίζουν ότι οι πιέσεις θα εντατικοποιηθούν και το ζήτημα θα συνδεθεί άμεσα με τις ευρύτερες συζητήσεις για τις σχέσεις ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου. Εξάλλου, το Brexit αρχίζει να καταγράφεται στην πλειοψηφία των Βρετανών ως… αμαρτία του παρελθόντος. Η ελληνική κυβέρνηση φέρεται αποφασισμένη να θέσει το ζήτημα επιτακτικά στον Βρετανό πρωθυπουργό, Άντι Μπέρναμ, και να δώσει στο ζήτημα ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Εξάλλου, ο Μπέρναμ το 2023 είχε ταχθεί υπέρ της «χωρίς όρους» επιστροφής των Γλυπτών. «Στείλτε τα πίσω, χωρίς όρους. Και ας χρησιμοποιήσουμε τον πολιτισμό για να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο κόσμος τη Βρετανία», έλεγε τότε ως δήμαρχος του Μάντσεστερ. Γιατί τώρα νίπτει τας χείρας του και παραπέμπει στον Οσμπορν για να κλείσει τον νέο κύκλο διαπραγματεύσεων που άνοιξε το 2021, με τις συναντήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο του Βρετανικού Μουσείου προκειμένου να βρεθεί το κατάλληλο νομικό πλαίσιο;

Λύση, ωστόσο, δεν βρέθηκε και πέντε χρόνια μετά οι Βρετανοί έχουν… ταμπουρωθεί πίσω από την πρόταση για μακροχρόνιο δανεισμό ή διαμοιρασμό των Γλυπτών ζητώντας, μάλιστα, από την Ελλάδα ως αντάλλαγμα να στέλνει άλλους κορυφαίους αρχαιολογικούς θησαυρούς για προσωρινές εκθέσεις στο Λονδίνο.

Δεν γνωρίζουμε πόσο λάτρης του μουσείου του είναι ο ευγενικός και χαμογελαστός Τζορτζ Οσμπορν, αλλά τα Γλυπτά που δεν μπορεί να αποχωριστεί –προφανώς λόγω της ιδιαίτερης αρχαιολογικής αξίας τους και των συμβολισμών– δεν δίστασε να τα χρησιμοποιήσει ως… διάκοσμο και φόντο σε κλειδάτα γεύματα πλουσίων.