Νέα γραμμή υπεράσπισης υιοθετεί ο 58χρονος γιατρός στην υπόθεση θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, διαχωρίζοντας πλήρως τη θέση του από τη σύζυγό του.
Με νέο υπόμνημα προς τον ανακριτή, ο προφυλακισμένος παθολόγος της κλινικής στην οδό Καρνεάδου υποστηρίζει ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στην εξέταση ή στη θεραπεία του τραγουδιστή και ότι η δική του ιατρική δραστηριότητα δεν συνδέεται με τις πρακτικές της επίσης προφυλακισμένης 56χρονης συζύγου του. Ωστόσο, η κατάθεση της 19χρονης κόρης τους περιλαμβάνει σημεία που έρχονται σε αντίθεση με μέρος των ισχυρισμών του.
Τα δύο έγγραφα και ο ασθενής που ζητά να εξεταστεί
Ο 58χρονος υποστηρίζει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο εξέταζε δικό του ασθενή στο προσωπικό του ιατρείο, το οποίο συστεγαζόταν με εκείνο της συζύγου του στο Κολωνάκι.
Για την τεκμηρίωση του ισχυρισμού του επικαλείται δύο ιατρικά έγγραφα και ζητά να εξεταστεί ο συγκεκριμένος ασθενής ως μάρτυρας υπεράσπισης, ώστε να επιβεβαιωθούν οι χρόνοι παρουσίας και αποχώρησής του.
Στο υπόμνημα προσκομίζει καρδιολογική εξέταση και ηλεκτροκαρδιογράφημα με ημερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 2026, καθώς και ιδιόχειρο παραπεμπτικό για περαιτέρω εξετάσεις, μεταξύ των οποίων σπινθηρογράφημα και αξονική στεφανιογραφία.
Κατά τον ίδιο, τα έγγραφα αυτά αποτυπώνουν το αντικείμενο της ιατρικής του δραστηριότητας εκείνη την ημέρα και ενισχύουν τη θέση του ότι δεν είχε σχέση με το ραντεβού του Γιώργου Μαζωνάκη με τη σύζυγό του.
Ο γιατρός αναφέρει ακόμη ότι ο ασθενής του βρισκόταν στο ιατρείο πριν από την άφιξη του τραγουδιστή, ότι τον εξέτασε, αξιολόγησαν μαζί το καρδιογράφημα και του συνέστησε επιπλέον εξετάσεις.
Υποστηρίζει ότι στη συνέχεια αποχώρησαν σχεδόν ταυτόχρονα, με τον ίδιο να κατευθύνεται προς το εστιατόριο «Le Rose». Επικαλείται επίσης κατάθεση άλλου μάρτυρα που έχει ήδη ληφθεί και βιντεοληπτικό υλικό από το εστιατόριο, ζητώντας να συνεκτιμηθούν όλα τα στοιχεία.
«Ούτε γνώριζα τον εκλιπόντα»
Στο υπόμνημα, ο 58χρονος γιατρός επιμένει ότι δεν γνώριζε προσωπικά τον Γιώργο Μαζωνάκη, δεν είχε συνομιλήσει μαζί του και δεν συμμετείχε σε κανένα στάδιο της θεραπείας που είχε προγραμματιστεί με τη σύζυγό του.
«Ούτε γνώριζα τον εκλιπόντα, ούτε είχα συνομιλήσει ποτέ μαζί του ούτε καν ποτέ τον έχω αναφέρει σε κανένα ή στο κινητό μου», αναφέρει, προσθέτοντας ότι έχει ζητήσει από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών να εξετάσει τα δεδομένα της συσκευής του.
«Ουδέποτε τον εξέτασα, ουδέποτε του συνέστησα ή του παρείχα οποιαδήποτε θεραπεία και ουδέποτε συμμετείχα στον σχεδιασμό ή στην εφαρμογή της θεραπείας που είχε προγραμματίσει με την 56χρονη», προσθέτει.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η δική του επαγγελματική δραστηριότητα αφορά την ειδικότητα της Παθολογίας και ότι οι εξετάσεις που συνιστά στους ασθενείς του εντάσσονται στη συμβατική ιατρική πρακτική, επιχειρώντας έτσι να διαχωρίσει τη θέση του από τις μεθόδους που αποδίδονται στη σύζυγό του.
«Το χωριστό μεν συστεγαζόμενο δε ιατρείο μου και εγώ ως ιατρός ούτε συνδέομαι ούτε ευθύνομαι για ό,τι συνέβη στον εκλιπόντα ασθενή», σημειώνει, αμφισβητώντας ότι η συζυγική σχέση μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη σε βάρος του.
Η κατάθεση της 19χρονης κόρης
Διαφορετική εικόνα για ορισμένες πτυχές της επαγγελματικής σχέσης των δύο γιατρών έδωσε, πάντως, η 19χρονη κόρη τους.
Όπως κατέθεσε, οι γονείς της είχαν διαφωνίες για τη συστέγαση των ιατρείων τους και συζητούσαν τον διαχωρισμό τους ήδη από το 2022, ενώ υπήρχαν προστριβές και για τις επεμβατικές θεραπείες της μητέρας της.
Παράλληλα, ανέφερε ότι ο πατέρας της είχε δρομολογήσει την πρόσληψη αναισθησιολόγου, ενώ για τη μητέρα της είπε ότι πίστευε πως μέσω των θεραπειών της βοηθούσε τους ασθενείς να «αποτοξινώσουν» τον οργανισμό τους.
Η 19χρονη περιέγραψε ακόμη ότι η μητέρα της είχε προτείνει να κάνει και η ίδια πλασμαφαίρεση λόγω προβλημάτων υγείας και ότι είχε ενημερώσει σχετικά τον πατέρα της πριν από τη θεραπεία.
«Η μητέρα μου πιστεύει στην ολιστική προσέγγιση, ο πατέρας μου είναι παθολόγος αλλά έχει και εκείνος ολιστική προσέγγιση», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ο πατέρας της γνώριζε πως επρόκειτο να υποβληθεί στη θεραπεία, αν και η ίδια δεν το είχε συζητήσει μαζί του.
Οι δύο θεραπείες της κόρης
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, η πρώτη θεραπεία πραγματοποιήθηκε στις 26 Αυγούστου και διήρκεσε περίπου 2,5 ώρες, ενώ για περίπου δύο ώρες κοιμόταν. Όπως είπε, πριν από τη διαδικασία της τοποθετήθηκε αναισθητική κρέμα και μετά τη θεραπεία παρουσίασε πρήξιμο στο πρόσωπο.
Η δεύτερη θεραπεία έγινε στις 30 Αυγούστου, στις 21:00, αφού νωρίτερα είχε τρέξει αρκετά χιλιόμετρα. Η ίδια χαρακτήρισε δυσκολότερο σημείο τη φλεβοκέντηση, καθώς, όπως κατέθεσε, οι φλέβες της «έσπασαν» τρεις φορές και σκέφτηκε να μη συνεχίσει.
Όταν ρώτησε τη μητέρα της τι της είχε χορηγήσει στον ορό, εκείνη, σύμφωνα με την κατάθεσή της, αρχικά της είπε να χαλαρώσει. Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, περίπου τα μεσάνυχτα, η μητέρα της φέρεται να της απάντησε ότι επρόκειτο για «την ουσία που χρησιμοποιούν στην κολονοσκόπηση».
Η 19χρονη σημείωσε ότι δεν αντιλήφθηκε τη μητέρα της να προσθέτει κάποια ουσία στον ορό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και ότι δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα της γινόταν κάτι που δεν εντασσόταν, όπως πίστευε, στο ιατρικό πλαίσιο.