Ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος κατά του Ιράν είναι και ένα ισχυρό χτύπημα στα σπλάχνα της κοινωνίας, στις γυναίκες-θύματα του θεοκρατικού, ισλαμοφασιστικού καθεστώτος.
Και δυστυχώς φαίνεται ότι η... κατάρα να είσαι γυναίκα στο Ιράν μάλλον δεν τελειώνει διά παντός με μια πιθανή ανατροπή-αλλαγή καθεστώτος και μόνο με αυτή. Η κακοποίηση, ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων και οι «φόνοι τιμής» είναι κυρίως αποτέλεσμα μιας κουλτούρας που ιστορικά διαπερνά τα καθεστώτα εξουσίας και διακυβέρνησης και αφήνει πίσω και μπροστά τους σπόρους πίστης και τιμής στη θρησκευτική και πολιτική υπεροχή του Ισλάμ.
Στην κυρίαρχη αντίληψη και συνείδηση των Ιρανών, η ενδοοικογενειακή βία έχει κατοχυρωθεί ως ιδιωτική υπόθεση και, συνήθως, «δικαιολογημένη» αντίδραση του συζύγου προς την «κακή» σύζυγο. Και ας μιλάμε για υψηλά ποσοστά εκπαίδευσης και μόρφωσης, καθώς οι εγγράμματες γυναίκες υπολογίζονται σε πάνω από 80%, αλλά ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό μόλις 19%.
Ακόμη και μέσα στη φωτιά του πολέμου η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου γυναικών του Ιράν, που ολοκλήρωσε τις υποχρεώσεις της στο Κύπελλο Ασίας, στιγματίστηκε για προδοσία και ίσως βρεθεί αντιμέτωπη με τις προβλεπόμενες ποινές, δηλαδή την εκτέλεση.
Οι παίκτριες, θέλοντας να εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους, στο πρώτο τους ματς, απέναντι στη Νότια Κορέα, δεν έψαλαν τον εθνικό ύμνο της χώρας τους. Στον δεύτερο αγώνα, με αντίπαλο την Αυστραλία, τον έψαλαν μεν, αλλά χαιρέτησαν στρατιωτικά. Η ιρανική κρατική τηλεόραση τις χαρακτήρισε προδότριες και ζήτησε την τιμωρία τους...
Η ιστορία του χιτζάμπ
Οι ρίζες του ισλαμοφασισμού και της πατριαρχικής αντιμετώπισης της γυναίκας είναι βαθύτερες και έχουν καταγραφεί στη νουβέλα «Γυναίκες χωρίς άνδρες» της Ιρανής συγγραφέως, Σαχρνούς Παρσιπούρ, το 1989. Το καθεστώς απαγόρευσε το βιβλίο και η συγγραφέας φυλακίστηκε δύο φορές επειδή μίλησε για γυναικεία επιθυμία, σεξουαλικότητα και δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.
Για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, η Ισλαμική Δημοκρατία έχει περιορίσει τα δικαιώματα των γυναικών στον γάμο, στο διαζύγιο, στην κληρονομιά, στην επιμέλεια των παιδιών, στην εργασία, στα δικαστήρια, στα πολιτικά αξιώματα, στα ταξίδια, στον τρόπο ζωής και στην ένδυση. Η δημόσια χρήση μαντίλας (χιτζάμπ) είναι υποχρεωτική και η ιστορία της πολύπλοκη και διδακτική…
Στις αρχές του 1900, το λευκό χιτζάμπ ήταν το καθημερινό γυναικείο φόρεμα, το μακιγιάζ ήταν ανύπαρκτο και το μονόφρυδο αναγνωριζόταν ως δείγμα ομορφιάς. Οι γυναίκες ήταν υποταγμένες στους άνδρες και είχαν δικαιώματα μόνο στην προσευχή και στο να υπηρετούν τον σύζυγο. Οι ίδιες, τότε, θεωρούσαν ότι το να μη φορούν πέπλο σήμαινε ότι ήταν φτωχές επαρχιώτισσες ή νομάδες.
Το 1920 το χιτζάμπ είχε αποκτήσει χρώματα και σχέδια· τα μαλλιά ήταν περισσότερο εκτεθειμένα, τα λεπτά δάχτυλά τους φαίνονταν, ενώ και τα φρύδια αποκτούσαν μια πιο μοντέρνα καμπύλη.
Τη δεκαετία του 1930, ο Ρεζά Σαχ, με διάταγμα καταχώνιασε τα πέπλα στα μπαούλα, κίνηση που, όμως, ταπείνωσε και εξόργισε πολλές Ιρανές.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 τα πέπλα επανήλθαν και αποτέλεσαν πια «σύμβολο» χαμηλής τάξης ή οπισθοδρομικής σκέψης. Πολλές Ιρανές, ωστόσο, το φορούσαν με περηφάνια.
Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, εμφανίστηκε ένας... διχασμός. Οι πλούσιες ανώτερες τάξεις ακολουθούσαν τις ενδυματολογικές τάσεις της Δύσης, ενώ πολλές γυναίκες της μεσαίας τάξης εξακολουθούσαν να προτιμούν τη χρήση του πέπλου. Ήταν τότε που διορίστηκε στο υπουργικό συμβούλιο η πρώτη γυναίκα και η Φαροχρού Πάρσα έγινε υπουργός Παιδείας.
Το 1968 η Ελαχέχ Αζόντι στέφεται «International Teen Princess» και οι γυναίκες πλέον φορούν μίνι φούστες, ακριβά γαλλικά αρώματα και γοητεύουν ολόκληρο τον κόσμο με την ομορφιά τους. Ξεφυλλίζοντας παλιά ιρανικά περιοδικά μόδας, οι εικόνες μιλούν από μόνες τους... Ιρανές ντυμένες με στιλάτα φορέματα, της τελευταίας λέξης της μόδας, και φροντισμένο μακιγιάζ.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η Ισλαμική Πολιτιστική Επανάσταση γκρεμίζει τα όποια δικαιώματα των γυναικών. Επιβάλλεται με διάταγμα του τότε ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί η υποχρεωτική χρήση της απλής μαύρης χιτζάμπ και η υπέρμαχη των δικαιωμάτων της γυναίκας, Πάρσα, εκτελέστηκε με τουφεκισμό.
Στις 8 Μαρτίου 1979, λίγες εβδομάδες μετά την Ιρανική Επανάσταση, δεκάδες χιλιάδες γυναίκες κατέκλυσαν διαμαρτυρόμενες τους δρόμους της Τεχεράνης. Η αντίστασή τους, όπως και σήμερα, αντιμετωπίστηκε με κρατική βία.
Στον 21ο αιώνα, αν και το χιτζάμπ εξακολουθεί να κυριαρχεί, τα χρώματα έχουν επιστρέψει και η γραμμή των μαλλιών φαίνεται ξανά. Η Πράσινη Επανάσταση, μετά την εκλογή του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, αναπτερώνει τον αγώνα των Ιρανών γυναικών για περισσότερη ελευθερία και δικαίωμα να καθορίσουν το μέλλον τους. Οι δολοφονίες τιμής, όμως, και οι γάμοι παιδιών εξακολουθούν να υφίστανται. Ωστόσο, οι γυναίκες στο Ιράν ελπίζουν.
Για μια τούφα…
Μέχρι που μια τούφα από τα μαλλιά της Μαχσά Αμινί πιάστηκε στο κιγκλίδωμα. Τα τράβηξε, μπήκε στο αμάξι, ξάπλωσε, σταύρωσε τα χέρια και σφάλισε τα μάτια. Το ημερολόγιο έγραφε 2022. Η Τεχεράνη σείεται από συνθήματα κατά του καθεστώτος. Γυναίκες κόβουν τα μαλλιά τους σε ένδειξη συμπαράστασης στην οικογένεια Αμινί. Τουλάχιστον 92 οι νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες.
Η κρατικά επικυρωμένη συστηματική υποδούλωση είναι μία πτυχή του απαρτχάιντ των φύλων. Είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Ο ισλαμικός νόμος και η καταπίεση μεταφράζονται σε πίστη. Και ποιος θα ελέγξει την αλήθεια; Ο Θεός;


