Κάθε επέτειος ιστορικών γεγονότων αποτελεί μια ευκαιρία μνήμης.

Υπάρχουν όμως ορισμένες επέτειοι που λειτουργούν και ως προειδοποίηση. Τα γεγονότα της Τηλλυρίας τον Αύγουστο του 1964 ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Δεν αποτελούν μόνο ένα κεφάλαιο της κυπριακής ιστορίας, ούτε απλώς μια ακόμη τραγική σελίδα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αποκαλύπτουν τη στρατηγική λογική της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο, μια λογική που, παρά τις αλλαγές κυβερνήσεων, διεθνών ισορροπιών και γεωπολιτικών συνθηκών, παραμένει εντυπωσιακά σταθερή μέχρι σήμερα.

Οι τουρκικοί βομβαρδισμοί στην περιοχή της Τηλλυρίας, με τη χρήση ακόμη και βομβών ναπάλμ, αποτέλεσαν την πρώτη ανοιχτή επίδειξη στρατιωτικής ισχύος της Αγκυρας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Τουρκία θεωρούσε ήδη από τότε ότι η Κύπρος αποτελεί ζήτημα ζωτικού στρατηγικού ενδιαφέροντος και ήταν διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα για να αποτρέψει οποιαδήποτε εξέλιξη που θα περιόριζε την επιρροή της στο νησί.

Την ίδια περίοδο, το Σχέδιο Ατσεσον επιχείρησε να δώσει μια λύση σε ένα πρόβλημα που οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπιζαν πρωτίστως ως απειλή για τη συνοχή του ΝΑΤΟ εν μέσω Ψυχρού Πολέμου. Η αμερικανική προσέγγιση δεν στηριζόταν κυρίως στη λογική του διεθνούς δικαίου ή της αυτοδιάθεσης των λαών, αλλά στην ανάγκη αποφυγής μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ, την Ελλάδα και την Τουρκία. Η Κύπρος αποτελούσε ήδη τότε έναν κρίσιμο γεωπολιτικό χώρο, πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθός της.

Εξήντα δύο χρόνια αργότερα, το στρατηγικό περιβάλλον έχει αλλάξει, αλλά ο πυρήνας της τουρκικής πολιτικής παραμένει σχεδόν αναλλοίωτος. Η Αγκυρα εξακολουθεί να θεωρεί ότι η Κύπρος αποτελεί προέκταση της δικής της περιφερειακής ασφάλειας και βασικό εργαλείο για την προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η εισβολή του 1974, η συνεχιζόμενη κατοχή, η επιμονή στη λύση δύο κρατών, οι μονομερείς ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ και η ενσωμάτωση της Κύπρου στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν είναι αποσπασματικές επιλογές. Συνθέτουν μια ενιαία στρατηγική που διαπερνά δεκαετίες.

Η τουρκική στρατηγική

Η σημερινή Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χρησιμοποιεί διαφορετική ρητορική από εκείνη της δεκαετίας του 1960, όμως επιδιώκει ουσιαστικά τον ίδιο στόχο: να αποκτήσει καθοριστικό λόγο στο μέλλον της Κύπρου και, μέσω αυτής, στον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται στη στρατιωτική διάσταση. Περιλαμβάνει την ενίσχυση της μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας στα Κατεχόμενα, την ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τη δημιουργία νέων στρατιωτικών υποδομών, την πολιτική εδραίωση του ψευδοκράτους και τη συστηματική προσπάθεια διεθνούς αναβάθμισής του.

Η σημασία της Κύπρου σήμερα είναι, αν μη τι άλλο, μεγαλύτερη από εκείνη του 1964. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει εξελιχθεί σε χώρο όπου διασταυρώνονται τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρωπαϊκής Ενωσης, του Ισραήλ, της Αιγύπτου και των αραβικών κρατών του Κόλπου. Οι ενεργειακές υποδομές, οι θαλάσσιοι διάδρομοι, τα σχέδια οικονομικής διασύνδεσης Ευρώπης-Μέσης Ανατολής-Ινδίας, αλλά και οι εξελίξεις στη Συρία και τον Λίβανο, αυξάνουν ακόμη περισσότερο τη γεωστρατηγική αξία του νησιού.

Ιδιαίτερα μετά τις δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναδειχθεί σε σημαντικό πυλώνα σταθερότητας και συνεργασίας για τις δυτικές χώρες και το Ισραήλ. Οι στρατιωτικές διευκολύνσεις, οι ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, η ενεργειακή συνεργασία και η συμμετοχή της σε νέα περιφερειακά σχήματα καταδεικνύουν ότι η γεωπολιτική αξία της όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά ενισχύθηκε σημαντικά.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η Αγκυρα εμφανίζεται σήμερα ακόμη πιο αποφασισμένη να παγιώσει τα τετελεσμένα της κατοχής. Για την τουρκική ηγεσία, η Κύπρος δεν είναι απλώς ένα διμερές ζήτημα με την Ελλάδα ή ένα άλυτο πρόβλημα του ΟΗΕ. Είναι βασικός κρίκος της ευρύτερης στρατηγικής της για τον έλεγχο των θαλασσίων ζωνών, των ενεργειακών εξελίξεων και των νέων γεωοικονομικών διαδρόμων της περιοχής.

Η πραγματικότητα αυτή καθιστά ακόμη πιο επίκαιρο ένα διαχρονικό δίδαγμα του 1964. Η Τουρκία μπορεί να μεταβάλλει τα μέσα που χρησιμοποιεί, να προσαρμόζει τη διπλωματική γλώσσα της ή να εκμεταλλεύεται τις εκάστοτε διεθνείς συγκυρίες, όμως ο στρατηγικός στόχος της παραμένει σταθερός. Η επιδίωξη ελέγχου της Κύπρου αποτελεί στοιχείο συνέχειας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και όχι συγκυριακή επιλογή μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης.

Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο συμπέρασμα για την ελληνική και την κυπριακή πλευρά. Η επιδίωξη μιας δίκαιης, δημοκρατικής, λειτουργικής και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού δεν μπορεί να στηρίζεται στην ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος λειτουργεί αυτόματα υπέρ του διεθνούς δικαίου. Απαιτεί στρατηγική συνέπεια, ισχυρές διεθνείς συμμαχίες, αποτρεπτική αξιοπιστία και διαρκή ανάδειξη της πραγματικής φύσης του προβλήματος: ότι πρόκειται για ζήτημα εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής ευρωπαϊκού εδάφους.

Οι ήρωες της Τηλλυρίας δεν υπερασπίστηκαν μόνο έναν τόπο. Υπερασπίστηκαν την αρχή ότι η ελευθερία και η κρατική κυριαρχία δεν είναι διαπραγματεύσιμες όταν απειλούνται από τη βία. Εξήντα δύο χρόνια μετά, αυτή η αρχή παραμένει το πιο ισχυρό πολιτικό και στρατηγικό μήνυμα της επετείου. Γιατί οι επέτειοι έχουν πραγματική αξία μόνο όταν δεν μας καλούν απλώς να θυμόμαστε το παρελθόν, αλλά να κατανοούμε το παρόν και να προετοιμαζόμαστε για το μέλλον.