Η Ελλάδα εξακολουθεί να προσελκύει επενδύσεις, με βελτιωμένους δείκτες ελκυστικότητας, παρά τη διεθνή υποχώρηση των άμεσων ξένων επενδύσεων.

Τα ευρήματα της EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026 παρουσίασαν ο διευθύνων σύμβουλος της EY Ελλάδος Γιώργος Παπαδημητρίου και ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ο οποίος έθεσε ως βασικές προϋποθέσεις για τη συνέχεια της ανοδικής πορείας τη δημοσιονομική πειθαρχία, τις παραγωγικές επενδύσεις και την πολιτική σταθερότητα.

«Βρισκόμαστε σε πορεία ανάκαμψης, αλλά έχουμε ακόμα πολλά θέματα να λύσουμε», σημείωσε ο κ. Θεοδωρόπουλος, τονίζοντας ότι η χώρα πρέπει πρώτον να προστατεύσει «ως κόρη οφθαλμού» τη δημοσιονομική πειθαρχία, δεύτερον να επενδύσει περισσότερο στην παραγωγή και τρίτον να διασφαλίσει πολιτική σταθερότητα, ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις επόμενες εκλογές.

Όπως επισήμανε, δεν έχουν όλες οι επενδύσεις το ίδιο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, καθώς οι παραγωγικές επενδύσεις δημιουργούν διαρκέστερη οικονομική δραστηριότητα και θέσεις εργασίας.

Αύξηση 34% στα επενδυτικά έργα

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων European Investment Monitor της EY, στην Ελλάδα καταγράφηκαν το 2025 συνολικά 47 greenfield επενδυτικά έργα, αριθμός αυξημένος κατά 34% σε σχέση με το 2024.

Η επίδοση αυτή καταγράφεται σε περίοδο κατά την οποία η επενδυτική δραστηριότητα στην Ευρώπη υποχωρεί, με μείωση 7% το 2025 και συνολικά 24% από το 2017.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η εικόνα της τελευταίας πενταετίας, καθώς οι επενδύσεις αυτής της περιόδου αντιπροσωπεύουν το 45% του συνόλου των greenfield άμεσων ξένων επενδύσεων που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα από το 2000.

Τα στοιχεία καταγράφουν παράλληλα μετατόπιση των επενδύσεων προς δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Το 23% κατευθύνθηκε σε υπηρεσίες λογισμικού, πληροφορικής, επαγγελματικές υπηρεσίες και υπηρεσίες προς επιχειρήσεις, το 21% σε μεταφορές και logistics και το 9% στην αγροδιατροφή.

Ρεκόρ πρόθεσης για νέες επενδύσεις

Το 55% των στελεχών που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι η επιχείρησή του σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό από την πρώτη διεξαγωγή της έρευνας στη χώρα, το 2019.

Παράλληλα, το 58% ανέφερε ότι η εικόνα του για την Ελλάδα ως τόπο ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας βελτιώθηκε τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 68% εκτιμά ότι η ελκυστικότητα της χώρας θα ενισχυθεί περαιτέρω μέσα στην επόμενη τριετία, από 63% το 2025.

Το 82% θεωρεί αποτελεσματική την πολιτική της Ελλάδας για την προσέλκυση διεθνών επενδυτών, ποσοστό ίδιο με πέρυσι και το υψηλότερο που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα στην έρευνα.

Ο Γιώργος Παπαδημητρίου σημείωσε ότι τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν πως η Ελλάδα διαθέτει τις προϋποθέσεις για ισχυρότερη θέση στον ευρωπαϊκό και διεθνή επενδυτικό χάρτη.

Όπως τόνισε, για να μετατραπεί η θετική δυναμική σε πραγματική αξία απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η τεχνολογία και το λογισμικό, μεγαλύτερη πρόσβαση σε εργαζομένους με σύγχρονες δεξιότητες και περαιτέρω ενίσχυση της ψηφιακής ανταγωνιστικότητας.

Γεωπολιτική και μακροοικονομία οι βασικοί κίνδυνοι

Ως σημαντικότερες απειλές για την επενδυτική ελκυστικότητα της Ελλάδας την επόμενη τριετία, οι συμμετέχοντες ανέδειξαν τις γεωπολιτικές εντάσεις και συγκρούσεις με 34% και τις μακροοικονομικές συνθήκες με 31%.

Παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον, μόνο το 22% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι ανέβαλε, ακύρωσε ή περιόρισε επενδυτικά σχέδια στην Ελλάδα, έναντι 34% στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή έρευνα.

Στα βασικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας κατατάσσονται η γεωγραφική θέση με 31%, η ποιότητα ζωής, η ασφάλεια, η διαφορετικότητα και ο πολιτισμός με 26%, καθώς και η πολιτική σταθερότητα με 25%.

Τα σημεία που χρειάζονται βελτίωση

Οι επενδυτές εντοπίζουν ως σημαντικότερα πεδία που χρειάζονται βελτίωση το ρυθμιστικό περιβάλλον με 28%, την καινοτομία και την έρευνα και ανάπτυξη με 26% και το κόστος της ενέργειας με 24%.

Για να διατηρήσει η Ελλάδα την ανταγωνιστική της θέση στην παγκόσμια οικονομία, το 30% των συμμετεχόντων θεωρεί προτεραιότητα τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος, των δεξιοτήτων και της πρόσβασης σε ταλέντο.

Ίδιο ποσοστό ζητά μεγαλύτερη στήριξη στρατηγικών τομέων όπως το Cleantech, η τεχνητή νοημοσύνη, η άμυνα και η τεχνολογία, ενώ το 26% δίνει έμφαση στις επενδύσεις σε μεγάλα έργα υποδομών.