Κάθε φορά που το Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνών διαπραγματεύσεων, το ίδιο ερώτημα επανέρχεται: ποιος παίρνει πραγματικά τις αποφάσεις στην Τεχεράνη;
Είναι ο πρόεδρος; Η κυβέρνηση; Οι Φρουροί της Επανάστασης; Ή μήπως ο ανώτατος ηγέτης;
Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Από την απάντησή του εξαρτάται αν οποιαδήποτε συμφωνία με το Ιράν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη ή να καταρρεύσει την επόμενη κιόλας ημέρα. Και όσο η διεθνής κοινότητα επικεντρώνεται στο περιεχόμενο μιας πιθανής συμφωνίας, ίσως υποτιμά το σημαντικότερο πρόβλημα: αν υπάρχει σήμερα στην Τεχεράνη ένα ενιαίο κέντρο εξουσίας που να μπορεί να δεσμεύσει ολόκληρο το σύστημα.
Για πολλά χρόνια, η απάντηση ήταν σχετικά ξεκάθαρη. Παρά τις έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους λεγόμενους πραγματιστές και τους σκληροπυρηνικούς, υπήρχε ένας θεσμός που λειτουργούσε ως… τελικός «διαιτητής»: Ο ανώτατος ηγέτης.
Ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δεν κυβερνούσε μόνο μέσω των συνταγματικών του αρμοδιοτήτων. Κυβερνούσε επειδή μπορούσε να ισορροπεί ανάμεσα στα ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας: τους Φρουρούς της Επανάστασης, τον κλήρο, την κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο και τις υπηρεσίες ασφαλείας. Η επιρροή του δεν στηριζόταν μόνο στην εξουσία του αξιώματος, αλλά στην ικανότητά του να αποτρέπει την κυριαρχία οποιουδήποτε επιμέρους πόλου.
Αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το ιρανικό σύστημα επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Οι εσωτερικές διαφωνίες υπήρχαν πάντοτε. Εκείνο που δεν υπήρχε ήταν η δυνατότητα να μετατραπούν σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη. Οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν εξελιχθεί σε κάτι πολύ περισσότερο από μια στρατιωτική δύναμη. Διαθέτουν ισχυρή επιρροή στην οικονομία, στην εξωτερική πολιτική, στις περιφερειακές συμμαχίες και στο πυραυλικό πρόγραμμα της χώρας. Παράλληλα, οι πολιτικοί θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν, ενώ ο θρησκευτικός μηχανισμός διατηρεί σημαντικό ρόλο στη νομιμοποίηση του καθεστώτος.
Το ερώτημα της διαδοχής και η ισορροπία των κέντρων ισχύος
Αυτό σημαίνει ότι η λήψη αποφάσεων δεν είναι προϊόν ενός μόνο προσώπου, αλλά αποτέλεσμα μιας συνεχούς ισορροπίας ανάμεσα σε διαφορετικά κέντρα ισχύος. Γι’ αυτό και οι συζητήσεις που συχνά παρουσιάζουν το δίλημμα ως αντιπαράθεση «μετριοπαθών» και «σκληροπυρηνικών» αποτυπώνουν μόνο μέρος της πραγματικότητας. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν διαφορετικές τάσεις μέσα στο καθεστώς. Υπήρχαν πάντοτε.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: Ποιος μπορεί να επιβάλει την τελική απόφαση σε όλους; Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς πληθαίνουν οι αναλύσεις που εξετάζουν το ενδεχόμενο μιας σταδιακής μετάβασης σε μια μετά Χαμενεΐ εποχή. Ανεξάρτητα από το πότε ή με ποιον τρόπο θα πραγματοποιηθεί μια τέτοια μετάβαση, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος θα διαδεχθεί τον σημερινό ανώτατο ηγέτη, αλλά αν ο διάδοχος θα διαθέτει το ίδιο πολιτικό και θεσμικό βάρος ώστε να λειτουργήσει ως κοινά αποδεκτός ρυθμιστής του συστήματος.
Αν αυτό δεν συμβεί, το Ιράν ενδέχεται να εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία οι ισορροπίες θα καθορίζονται περισσότερο από τη διαπραγμάτευση μεταξύ των κέντρων ισχύος παρά από την τελική απόφαση ενός προσώπου.
Για τη Δύση, αυτό δημιουργεί μια πρόσθετη δυσκολία. Οι διαπραγματεύσεις δεν αφορούν μόνο τους όρους μιας συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα, τις κυρώσεις ή την περιφερειακή ασφάλεια. Αφορούν και τη βεβαιότητα ότι εκείνος που κάθεται στο τραπέζι των συνομιλιών μπορεί πραγματικά να δεσμεύσει το σύνολο του καθεστώτος.
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι διεθνείς συμφωνίες δεν αποτυγχάνουν μόνο επειδή διαφωνούν οι δύο πλευρές. Αποτυγχάνουν και όταν μία από τις δύο πλευρές αδυνατεί να εξασφαλίσει εσωτερική συνοχή και συναίνεση.
Αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο οι εξελίξεις στο Ιράν παραμένουν τόσο δύσκολα προβλέψιμες. Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς ποιος εμφανίζεται πιο διαλλακτικός ή πιο σκληρός. Πρέπει να γνωρίζει ποιος έχει την πραγματική δυνατότητα να μετατρέψει μια πολιτική απόφαση σε κρατική πολιτική.
Είναι εύκολο να παρουσιάζεται το ιρανικό καθεστώς ως ένα απολύτως μονολιθικό σύστημα. Είναι εξίσου εύκολο να περιγράφεται ως ένα σύστημα εσωτερικών συγκρούσεων. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Είναι ότι και τα δύο μπορεί να είναι αληθινά!
Για δεκαετίες, η συνύπαρξη διαφορετικών κέντρων ισχύος δεν εμπόδισε τη λειτουργία του συστήματος, επειδή υπήρχε ένας τελικός… διαιτητής, που μπορούσε να επιβάλει ισορροπίες. Αν στο μέλλον αυτός ο ρόλος αποδυναμωθεί ή μεταβληθεί, τότε το βασικό ερώτημα δεν θα είναι αν στο Ιράν επικρατούν οι πραγματιστές ή οι σκληροπυρηνικοί. Θα είναι αν υπάρχει ακόμη κάποιος που μπορεί να εκφράσει και να δεσμεύσει ολόκληρο το καθεστώς. Στην Τεχεράνη, λοιπόν, το δυσκολότερο δεν είναι να βρεθεί μια συμφωνία. Είναι να βρεθεί κάποιος που να μπορεί να την εγγυηθεί!