Καμπανάκι για την ευρωπαϊκή παραγωγή καθώς συνεχίζεται η μείωση του ζωικού κεφαλαίου στην ΕΕ εν μέσω δεκαετούς συρρίκνωσης της κτηνοτροφίας.

Η ευρωπαϊκή κτηνοτροφία εισέρχεται σε μια περίοδο διαρκούς αναδιάρθρωσης, καθώς τα νεότερα στοιχεία αποτυπώνουν μια σταθερά πτωτική πορεία στο ζωικό κεφάλαιο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, με όλους τους βασικούς κλάδους εκτροφής να καταγράφουν απώλειες τόσο σε ετήσια βάση όσο και στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Η τάση αυτή σύμφωνα με την Eurostatδεν εμφανίζεται ως συγκυριακή διακύμανση, αλλά ως δομική μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου, η οποία επηρεάζει την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης στην αγορά κρέατος και αναδιαμορφώνει τον χάρτη του πρωτογενούς τομέα στην Ευρώπη.

Η μείωση του ζωικού πληθυσμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίστηκε και το 2025, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε σήμερα η Eurostat, επιβεβαιώνοντας μια τάση συρρίκνωσης που διαρκεί ήδη μία δεκαετία, σύμφωνα με το ERTnews,gr.

Μια δεκαετία συρρίκνωσης

Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Ευρωπαϊκή Ένωση διέθετε εφέτος 131,5 εκατομμύρια χοίρους, 71,6 εκατομμύρια βοοειδή, 55,3 εκατομμύρια πρόβατα και 10,2 εκατομμύρια αίγες. Και οι τέσσερις κατηγορίες ζωικού κεφαλαίου κατέγραψαν πτώση σε σχέση με το 2024, καθώς ο πληθυσμός των χοίρων μειώθηκε κατά 0,5%, των βοοειδών κατά 0,4%, των προβάτων κατά 2,2% και των αιγών κατά 2,5%, με τα αιγοπρόβατα να σημειώνουν τη μεγαλύτερη ετήσια απώλεια.

download-2-1536x864.png

Η ετήσια εικόνα του 2025 εντάσσεται σε μια ευρύτερη, μακροχρόνια τάση. Σε σύγκριση με το 2015, ο αριθμός των χοίρων στην ΕΕ ήταν φέτος μειωμένος κατά 8,9%, των βοοειδών κατά 9,7%, των προβάτων κατά 12,2% και των αιγών κατά 17,5%, με την τελευταία κατηγορία να καταγράφει τη σημαντικότερη συνολική απώλεια στη δεκαετία.

Οι χώρες με το μεγαλύτερο ζωικό κεφάλαιο στην ΕΕ

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία ανά κράτος-μέλος, που αφορούν το 2024, το μεγαλύτερο μέρος του ζωικού κεφαλαίου της ΕΕ συγκεντρώνεται σε λίγες μόνο χώρες. Η Ισπανία κατείχε περίπου το ένα τέταρτο τόσο του πληθυσμού χοίρων (26,2%) όσο και του πληθυσμού προβάτων (23,8%) της ΕΕ, ενώ η Ελλάδα κατείχε αντίστοιχο μερίδιο του πληθυσμού αιγών (24,6%) και η Γαλλία μικρότερο μερίδιο (22,9%) του πληθυσμού βοοειδών.

Αρκετές χώρες εμφανίζουν ιδιαίτερη εξειδίκευση. Η Ιρλανδία αντιπροσώπευε το 8,8% του πληθυσμού βοοειδών της ΕΕ, ξεπερνώντας ελαφρώς τα μερίδια Ισπανίας και Ιταλίας, ενώ η Δανία αντιπροσώπευε το 8,8% του πληθυσμού χοίρων, οριακά λιγότερο από το μερίδιο της Γαλλίας. Στους εκτροφείς προβάτων, μετά την Ισπανία, ο δεύτερος και τρίτος μεγαλύτερος πληθυσμός προβάτων στην ΕΕ καταγράφηκε στη Ρουμανία (18,5% του συνόλου) και στην Ελλάδα (13,8%).

Ως προς την παραγωγή κρέατος, το 2024 τα τρία τέταρτα του πρόβειου και κατσικίσιου κρέατος της ΕΕ παρήχθησαν στην Ισπανία (26,2%), στη Γαλλία (18,1%, σχεδόν αποκλειστικά πρόβειο κρέας), στην Ιρλανδία (15,4%, αποκλειστικά πρόβειο κρέας) και στην Ελλάδα (14,0%). Σύμφωνα, εξάλλου, με πιο πρόσφατες προβλέψεις της Eurostat για το 2026, η Ελλάδα παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός κατσικίσιου κρέατος στην ΕΕ.

Η συνεχιζόμενη συρρίκνωση του κτηνοτροφικού κεφαλαίου της Ένωσης αποδίδεται, σύμφωνα με αναλυτές του κλάδου, σε συνδυασμό παραγόντων, όπως το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, τις περιβαλλοντικές και κλιματικές πιέσεις, τη γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, καθώς και τη σταδιακή μετατόπιση της ζήτησης σε ορισμένες αγορές της ΕΕ προς λιγότερο κτηνοτροφικά έντονα διατροφικά πρότυπα.