Το βράδυ της 27ης Μαΐου 2019, μετά τη συντριβή στις ευρωεκλογές, ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε πως αμέσως μετά τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών θα πήγαινε στο Προεδρικό Μέγαρο για να ζητήσει εθνικές εκλογές.

Ο δεύτερος γύρος των αυτοδιοικητικών εκλογών έγινε στις 2 Ιουνίου, όμως ο πρωθυπουργός δεν πήγε στο Προεδρικό Μέγαρο την επομένη όπως είχε δεσμευτεί – πήγε μία εβδομάδα αργότερα, αφού πρώτα έφερε βιαστικά τον νέο Ποινικό Κώδικα στη Βουλή. Ο νέος Κώδικας κατατέθηκε στις 3 Ιουνίου –ακριβώς την ημέρα που ο Α. Τσίπρας είχε πει ότι θα ζητούσε εκλογές–, ψηφίστηκε στις 6 Ιουνίου και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ στις 11 Ιουνίου, ώστε να έχει ισχύ ό,τι κι αν γινόταν στη συνέχεια.

Αυτή η μία εβδομάδα καθυστέρησης δεν ήταν τεχνική λεπτομέρεια. Ηταν, σύμφωνα με τον ίδιο τον τότε υπουργό Δικαιοσύνηςτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ,Σταύρο Κοντονή, το κομβικό σημείο μιας μεθόδευσης. Στις 14 Απριλίου 2021, ο κ. Κοντονής, καταθέτοντας στον εισαγγελέα για την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα που έγινε λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές του 2019, χαρακτήρισε την επίμαχη διάταξη «στίγμα και όνειδος» για την κυβέρνηση που την υλοποίησε και δήλωσε την πρόθεσή του να κατονομάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία αναφερόταν. Για την ίδια υπόθεση, καθώς είχαν προκύψει κάποια νεότερα στοιχεία, ο κ. Κοντονής είχε καταθέσει για δεύτερη φορά στις 2 Φεβρουαρίου 2022.

Οπως ο ίδιος δήλωσε χθες στο «Μανιφέστο», είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου προς την τότε κυβέρνηση. «Τρεις ημέρες πριν κλείσει η Βουλή το 2019, είχα πει σε ομιλία μου προς τους βουλευτές: “Ψηφίστε τους νέους Ποινικούς Κώδικες, αλλά υπό μία βασική προϋπόθεση, η ισχύς τους να ξεκινά από την 1η/9/2019 ή από την 1η/1/2020 ώστε να μη μας επιτρέπεται να παρέμβουμε σε ήδη εκκρεμείς δίκες”».

Στις καταγγελίες που είχε κάνει τότε ο κ. Κοντονής είχε αναφέρει με απόλυτη σαφήνεια ότι επελέγη η διαδικασία του κατεπείγοντος για να ψηφιστούν χίλια άρθρα σε μία συνεδρίαση, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τις νομικές σχολές και τις ενώσεις ποινικολόγων, και ότι η διενέργεια των εκλογών μεταφέρθηκε μία εβδομάδα ακριβώς για να προλάβει να πραγματοποιηθεί η συνεδρίαση της Βουλής και να ψηφιστεί ο νέος Κώδικας. Μάλιστα, όπως ο ίδιος είχε υποστηρίξει τότε, είχε προτείνει εναλλακτική λύση που θα έλυνε το πολιτικό πρόβλημα χωρίς αυτή τη βιασύνη – και δεν εισακούστηκε.

Με αφορμή την επαναφορά στην επικαιρότητα των τότε καταγγελιών Κοντονή από τον υπουργό Υγείας, Αδωνι Γεωργιάδη, σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο Σταύρος Κοντονής επανέλαβε (HuffPost Greece) ότι η καταγγελία του αφορούσε σε διαπλοκή, πολιτική σκοπιμότητα και προβληματική νομοθέτηση. Ο Σ. Κοντονής είχε υποστηρίξει ότι για τη μετατροπή του χαρακτηρισμού της δωροδοκίας από κακούργημα σε πλημμέλημα «άλλαξε δολίως διάταξη κειμένου», και ότι υπήρξε σκοπιμότητα ώστε συγκεκριμένες δίκες να οδηγηθούν στο αρχείο πριν από τις εκλογές.

Το είδος των υπονοιών και των σκοτεινών σημείων που δημιουργήθηκαν από εκείνες τις καταγγελίες ήταν αρκετά σοβαρά και γι’ αυτό ακολούθησε, τότε, έρευνα στο πλαίσιο της οποίας είχε καταθέσει ο Σ. Κοντονής. Μετά την προχθεσινή επαναφορά του θέματος, η αναπληρώτρια εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Αννα Παπαδοπούλου, υπερασπίστηκε προσωπικά τον Αλέξη Τσίπρα, λέγοντας ότι «διακρίνεται για την εντιμότητά του» στην κοινωνία και ότι οι καταγγελίες του Σταύρου Κοντονή είχαν ερευνηθεί και τέθηκαν στο αρχείο. Αυτό, σύμφωνα με νομικούς κύκλους, δεν αποκλείει –στην περίπτωση που προκύψει ανάγκη επανεξέτασης– η υπόθεση να ξανανοίξει.

Επί της ουσίας, όμως, η καταγγελία του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης έλεγε ότι η αλλαγή του Ποινικού Κώδικα λειτούργησε ως προεκλογικό ρουσφέτι – φτιαγμένο στα μέτρα συγκεκριμένων υποθέσεων που έπρεπε να κλείσουν πριν από την κάλπη.

Σε μεταγενέστερη κατάθεσή του, ο Σ. Κοντονής επανέλαβε πως όσα είχε πει ίσχυαν απολύτως, χαρακτηρίζοντας τον τρόπο ψήφισης του νέου Ποινικού Κώδικα ακραίο σημείο διαπλοκής της τότε κυβέρνησης και της ολιγαρχίας, καλώντας όσους οργάνωσαν και μεθόδευσαν τη διαδικασία να μην κρύβονται πίσω από τη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή.

Ο ίδιος, εξάλλου, έχει μιλήσει επανειλημμένα για ύπαρξη ενός «παραϋπουργείου Δικαιοσύνης» που λειτουργούσε εντός του Μεγάρου Μαξίμου επί κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ – μια καταγγελία που, όπως επισημαίνουν σήμερα κυβερνητικά στελέχη, ουδέποτε διαψεύστηκε, ούτε οδήγησε σε νομική κίνηση από τον Αλέξη Τσίπρα εναντίον του πρώην συνεργάτη του.

Αν όλα τα παραπάνω αφορούσαν μόνο μια πολιτική κόντρα για το πώς ψηφίστηκε ένας νόμος και τις υπόνοιες περί διαπλοκής της τότε κυβέρνησης, θα ήταν μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ολο αυτό, όπως πολύ καλά βιώσαμε από το 2019 και έπειτα, άφησαν και το τρομακτικό αποτύπωμα της αλλαγής του Ποινικού Κώδικα στην ελληνική κοινωνία.

Σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις, λόγω αυτών των αλλαγών, αποφυλακίστηκαν περίπου 17.000 βαρυποινίτες, χωρίς καμία εξαίρεση. Χωρίς δηλαδή να εξαιρείται ούτε ο έμπορος ναρκωτικών, ούτε ο δολοφόνος, ούτε ο βιαστής. Ετσι, όποιος είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη 25 ετών έβγαινε ελεύθερος στο ένα τρίτο της ποινής, δηλαδή μέσα σε 6 έως 7 χρόνια. Ηταν ο περίφημος «νόμος Παρασκευόπουλου».

Ηταν –και δυστυχώς συνεχίζει να είναι– κοινός τόπος ότι οι περισσότεροι βαρυποινίτες οι οποίοι είχαν αποφυλακιστεί με τον συγκεκριμένο νόμο είχαν κάνει χρήση του ευεργετήματος αυτού όταν συνελήφθησαν εκ νέου για παρόμοια σοβαρά αδικήματα.

Σήμερα, με τον Αλέξη Τσίπρα να έχει επανεμφανιστεί στο προσκήνιο μέσω της ΕΛΑΣ, χτίζοντας την επιστροφή του πάνω στην αφήγηση της προσωπικής εντιμότητας, οι παλιές καταγγελίες Κοντονή αποκτούν νέο πολιτικό βάρος.