Η στεγαστική κρίση έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια αφηρημένη έννοια ή ένα παρωδικό φαινόμενο , όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όλη την Ευρώπη .
Για χιλιάδες νοικοκυριά, η εύρεση μιας προσιτής κατοικίας μοιάζει με έναν δυσεπίλυτο γρίφο, καθώς οι τιμές αγοράς και τα ενοίκια συνεχίζουν να πιέζουν ασφυκτικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Σε αυτό το τοπίο, ο κυβερνητικός σχεδιασμός επιχειρεί να δώσει μια ολιστική απάντηση μέσα από την Εθνική Στρατηγική για την Προσιτή Κατοικία 2026-2035, θεσμοθετώντας ένα δίχτυ προστασίας που εκτείνεται από την ενίσχυση της αγοράς πρώτης κατοικίας, μέχρι τη βαθιά αναδιάρθρωση του οικιστικού αποθέματος.
Στην αιχμή του δόρατος βρίσκεται το πρόγραμμα «Σπίτι μου 3», το οποίο πιθανότατα θα κάνει την εμφάνισή του τον Ιανουάριο του 2027.
Με την προσδοκία να καλύψει από 17.000 έως 20.000 νοικοκυριά, το νέο αυτό πρόγραμμα, φέρνει μαζί του ουσιαστικές αλλαγές που διευρύνουν αισθητά την περίμετρο των δικαιούχων.
Το ηλικιακό όριο ανεβαίνει πλέον στα 55 έτη, ανοίγοντας την πόρτα σε μια γενιά που μέχρι σήμερα έμενε εκτός νυμφώνος, ενώ η μέγιστη αξία του επιλέξιμου ακινήτου αγγίζει τις 300.000 ευρώ.
Παράλληλα, το ανώτατο ποσό του δανείου αυξάνεται στις 230.000 ευρώ, καλύπτοντας έως και το 90% της αξίας του ακινήτου.
Φυσικά, η πραγματικότητα της αγοράς επιβάλλει προσεκτικούς υπολογισμούς για την ίδια συμμετοχή των αγοραστών.
Για παράδειγμα, σε ένα σπίτι αξίας 200.000 ευρώ η χρηματοδότηση μπορεί να φτάσει τις 180.000 ευρώ, όμως για ένα ακίνητο των 300.000 ευρώ, το πλαφόν του δανείου αφήνει μια διαφορά 70.000 ευρώ που πρέπει να καλυφθεί από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο.
Την ίδια στιγμή, τα νέα εισοδηματικά κριτήρια επαναπροσδιορίζονται προς τα πάνω, φτάνοντας τις 25.000 ευρώ για τους ελεύθερους, τις 35.000 ευρώ για τα ζευγάρια —με προσαύξηση 7.000 ευρώ για κάθε παιδί— και τις 39.000 ευρώ για τις μονογονεϊκές οικογένειες.
Ωστόσο, η παροχή φθηνού δανεισμού δεν αρκεί, αν η ίδια η αγορά στερείται διαθέσιμων σπιτιών.
Για το λόγο αυτό, το δεκαετές πλάνο εστιάζει στην αύξηση της προσφοράς μέσα από δραστικές πολεοδομικές και θεσμικές παρεμβάσεις.
Εξετάζονται κίνητρα, όπως η αύξηση του συντελεστή δόμησης σε ανενεργές ή λιγότερο αξιοποιημένες αστικές ζώνες, με την υποχρέωση ένα μέρος των νέων χώρων να διατίθεται για προσιτή στέγαση.
Παράλληλα, σχεδιάζεται ένας μηχανισμός κοινωνικής κατοικίας με κρατικές εγγυήσεις, οι οποίες θα καλύπτουν κινδύνους όπως τα απλήρωτα ενοίκια, ενθαρρύνοντας τους ιδιώτες να διαθέσουν τα κλειστά ακίνητά τους με λογικό τίμημα.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στην περιφέρεια, με έμφαση στα νησιά όπου το πρόβλημα αγγίζει τα όρια της οξείας κρίσης. Η αδυναμία εύρεσης στέγης κρατά μακριά από τις νησιωτικές περιοχές γιατρούς, εκπαιδευτικούς, σώματα ασφαλείας και τοπικούς υπαλλήλους, με τα στοιχεία της περιόδου 2024-2025 να αποτυπώνουν μια δραματική εικόνα, καθώς καλύφθηκε μόλις το 8% των αναγκών στέγασης αυτών των εργαζομένων.
Η παραχώρηση δημόσιας γης για την ανέγερση κατοικιών που θα προορίζονται αποκλειστικά για δημόσιους λειτουργούς αποτελεί μια από τις βασικές λύσεις που μπαίνουν στο τραπέζι.
Για να αποκτήσουν όλα αυτά τα εργαλεία συνεκτική μορφή, η στρατηγική προβλέπει τη συγκρότηση ενός Ενιαίου Φορέα Στεγαστικής Πολιτικής.
Ο νέος αυτός οργανισμός καλείται να καλύψει το κενό που άφησε η κατάργηση του ΟΕΚ το 2012, λειτουργώντας στα πρότυπα επιτυχημένων ευρωπαϊκών μοντέλων. Συνδεδεμένος με το Κτηματολόγιο και εξοπλισμένος με έναν νέο Εθνικό Δείκτη Τιμών Ακινήτων, ο φορέας θα παρακολουθεί συστηματικά τις διακυμάνσεις της αγοράς.
Το στοίχημα με ορίζοντα το 2035 είναι μεγάλο. Ο συνδυασμός της άμεσης ανακούφισης μέσω του «Σπίτι μου 3» και των μακροπρόθεσμων δομικών αλλαγών , φιλοδοξεί να μετατρέψει τη στέγαση από δυσβάσταχτο βάρος σε προσβάσιμο κοινωνικό δικαίωμα.
«Ανακαινίζω»- Πότε ξεκινά η κατάθεση των δικαιολογητικών
Με την πίεση στην αγορά ακινήτωννα παραμένει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων , η στεγαστική πολιτική περνά πλέον σε φάση ουσιαστικής υλοποίησης.
Εντός Οκτωβρίου ενεργοποιείται το επόμενο κρίσιμο βήμα για το πρόγραμμα «Ανακαινίζω», καθώς οι δικαιούχοι καλούνται να καταθέσουν τα δικαιολογητικά τους και να δηλώσουν τις προγραμματισμένες δαπάνες, ώστε να ξεκλειδώσουν την προκαταβολή που φτάνει το 50% της επιδότησης.
Όπως υπογράμμισε η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, η μόνη υποχρέωση για τους συμμετέχοντες είναι μια μικρής κλίμακας συνεισφορά στην ενεργειακή αναβάθμιση του ακινήτου.
Η ανταπόκριση των πολιτών μέχρι σήμερα υπήρξε εντυπωσιακή, με το ενδιαφέρον να αποτυπώνεται στις περίπου 14.000 αιτήσεις για κλειστά σπίτια και στις 80.000 για κατοικημένα.
Το πρόγραμμα προσφέρει επιδότηση που μπορεί να αγγίξει το 95% και το ποσό των 36.000 ευρώ, δίνοντας διπλή ανάσα, αφού επιτρέπει στους ιδιοκτήτες να βελτιώσουν την κύρια κατοικία τους ή να ανακαινίσουν ένα κλειστό ακίνητο για να το διαθέσουν προς ενοικίαση, αποκτώντας εισόδημα από μια περιουσία που μέχρι σήμερα έμενε ανενεργή.
Παράλληλα, η κ. Μιχαηλίδου κάνει με κάθε ευκαιρία ιδιαίτερη αναφορά στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μέσω της Κοινωνικής Αντιπαροχής. Παρά τις καθυστερήσεις που προκαλούν οι περίπλοκοι τίτλοι ιδιοκτησίας, προχωρά η πρώτη προκήρυξη για ακίνητα στην Αθήνα και την Παιανία. Με τη συμμετοχή ιδιωτών, ανενεργά δημόσια ακίνητα θα μετατραπούν σε κατοικίες, μέρος των οποίων θα διατεθεί για κοινωνική στέγαση σε πολίτες που έχουν πραγματική ανάγκη.