Το μήνυμα ότι για να λογοδοτήσει στη Δικαιοσύνη ο Κ. Μητσοτάκης, για σειρά σκανδαλωδών υποθέσεων, μεταξύ αυτών και οι υποκλοπές, δεν πρέπει να εξασφαλίσει τρίτη πρωθυπουργική θητεία, έστειλε ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό TRT της Θεσσαλίας, όπου περιοδεύει από τη Δευτέρα το μεσημέρι.
Ο αρχηγός της ΕΛ.Α.Σ. συνέδεσε το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών με την ασυλία που θα εξασφαλίσει ο Κ. Μητσοτάκης εάν είναι εκ νέου νικητής στις κάλπες, κατηγορώντας τον σημερινό πρωθυπουργό ότι έχει βρει τον τρόπο να ποδηγετεί την ελληνική δικαιοσύνη.
«Ο Μητσοτάκης θα λογοδοτήσει»
«Ο κύριος Μητσοτάκης θα λογοδοτήσει και όσοι συνέπραξαν σε αυτό, αν υπάρξει πολιτική αλλαγή», δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας, υιοθετώντας ιδιαίτερα επιθετική ρητορική απέναντι στον πρωθυπουργό.
Ο πρώην πρωθυπουργός έθεσε μάλιστα το ερώτημα εάν η Ελλάδα αποτελεί «ευνομούμενη δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία» ή «απολυταρχικό καθεστώς», επιχειρώντας να προσδώσει στην αντιπαράθεσή του με τη Νέα Δημοκρατία χαρακτήρα θεσμικής σύγκρουσης.
Η σύνδεση, ωστόσο, της δικαστικής λογοδοσίας με την εκλογική επικράτηση εγείρει ένα ουσιαστικό θεσμικό ερώτημα: πώς συμβιβάζεται η επίκληση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης με την εκ των προτέρων πολιτική διαβεβαίωση ότι συγκεκριμένα πρόσωπα θα λογοδοτήσουν μετά την αλλαγή κυβέρνησης;
Κατηγορεί τον Μητσοτάκη χωρίς να γνωρίζει «τον τρόπο»
Ακόμη μεγαλύτερη ένταση προκάλεσε η αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, την οποία κατηγόρησε ότι βρίσκεται υπό την επιρροή του πρωθυπουργού.
«Έχει βρει τον τρόπο μέσα από πιέσεις, μέσα από παρεμβάσεις. Δεν ξέρω εγώ ποιος είναι αυτός ο τρόπος, αλλά έχει βρει τον τρόπο να ποδηγετεί την ηγεσία της ελληνικής Δικαιοσύνης», υποστήριξε.
Η αντίφαση στη συγκεκριμένη διατύπωση είναι εμφανής: ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. προχωρά σε μια εξαιρετικά σοβαρή καταγγελία για τη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας, παραδεχόμενος ταυτόχρονα ότι δεν γνωρίζει τον μηχανισμό μέσω του οποίου υποτίθεται ότι ασκούνται οι παρεμβάσεις.
Στο στόχαστρο η δικαστική ηγεσία για τις υποκλοπές
Ο Αλέξης Τσίπρας επανήλθε και στην υπόθεση των υποκλοπών, εξαπολύοντας επίθεση κατά της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Χαρακτήρισε συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις «μνημείο φαλκίδευσης της έννοιας της δικαιοσύνης», ενώ υποστήριξε ότι υπάρχουν έντιμοι δικαστές που ανατρέπουν σχεδιασμούς, τους οποίους ο ίδιος αποδίδει στην κυβέρνηση.
Παράλληλα, έκανε λόγο για ιδιώτη που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εκβιάζει δημόσια τον πρωθυπουργό, συνδέοντας την καταγγελία με τις δικαστικές εξελίξεις στην υπόθεση.
Με τις τοποθετήσεις αυτές, ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. αμφισβήτησε ευθέως την ανεξαρτησία της δικαστικής ηγεσίας, χωρίς όμως να παρουσιάσει στη συγκεκριμένη συνέντευξη νέα στοιχεία που να αποδεικνύουν προσωπική παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη σε δικαστικές αποφάσεις.
Η «γραμμή Πολάκη» και το εκλογικό τελεσίγραφο
Ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε ότι, εφόσον η Νέα Δημοκρατία εξασφαλίσει νέα τετραετία, οι υποθέσεις που επικαλείται δεν πρόκειται να διερευνηθούν περαιτέρω.
«Αν ο Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία πάρει άλλη μία τετραετία, τότε δεν υπάρχει καμία περίπτωση αυτά τα θέματα να ανοίξουν και να υπάρξει λογοδοσία», ανέφερε.
Η συγκεκριμένη θέση παραπέμπει στη σκληρή αντιπαράθεση για τη Δικαιοσύνη που έχει κατά καιρούς εκφράσει ο Παύλος Πολάκης. Υπάρχει, ωστόσο, μια αξιοσημείωτη πολιτική μετατόπιση: τον περασμένο Αύγουστο ο Πολάκης είχε επικρίνει τον Τσίπρα επειδή υποστήριζε ότι οι κυβερνήσεις δεν αποφασίζουν ποιος θα δικαστεί, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές δηλώσεις «φληναφήματα».
Ο ίδιος ο Τσίπρας είχε επίσης τονίσει στο παρελθόν ότι οι πολιτικοί δεν στέλνουν άλλους πολιτικούς στη φυλακή και ότι η απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστών.
Στη σημερινή του παρέμβαση, πάντως, επέλεξε σαφώς υψηλότερους τόνους, δεσμευόμενος ότι σε περίπτωση πολιτικής αλλαγής θα υπάρξει λογοδοσία για όσους, όπως υποστήριξε, «τσαλαπάτησαν» και «κουρέλιασαν» το κράτος δικαίου και τη Δικαιοσύνη.
Το πολιτικό και θεσμικό ζήτημα που ανακύπτει από τις δηλώσεις του είναι συγκεκριμένο: ο Αλέξης Τσίπρας καταγγέλλει κυβερνητική χειραγώγηση της Δικαιοσύνης, την ίδια στιγμή που παρουσιάζει την εκλογική αλλαγή ως καθοριστική προϋπόθεση για την απόδοση ευθυνών. Μια αντίφαση που επαναφέρει στο προσκήνιο την παλαιότερη αντιπαράθεση για τα όρια ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τη δικαστική ανεξαρτησία.