Στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026 η Ελλάδα καταγράφεται μεταξύ των χωρών που παρουσιάζουν πρόοδο ως προς τα θέματα αυτά.

Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου που δημοσιοποιήθηκε την Παρασκευή αφορά όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Καταγράφει την πρόοδο ή μη σε θέματα κράτους δικαίου εξετάζοντας διάφορα κεφάλαια μεταξύ των οποίων το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το πλαίσιο καταπολέμησης της διαφθοράς, την πολυφωνία και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και σειρά άλλων θεσμικών ζητημάτων.

Στην έκθεση για το 2026 η Ελλάδα, για μια ακόμη φορά, καταγράφεται μεταξύ των χωρών που παρουσιάζουν πρόοδο ως προς τα ζητήματα αυτά. Οι συστάσεις στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή βαίνουν διαρκώς μειούμενες και αυτή τη φορά η χώρα μας είναι μεταξύ των 13 χωρών –στο σύνολο των επτά– που σημειώνουν θετική πορεία. Ουσιαστικά για μία ακόμη χρονιά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έρχεται να στείλει… κουβά –και εδώ ταιριάζει απολύτως η συγκεκριμένη φράση– όλους όσοι έχουν επενδύσει –και μάλιστα επί σειρά ετών– σε μια προσπάθεια καταδίκης της Ελλάδας για ζητήματα κράτους δικαίου προκειμένου να πείσουν ότι η αντιπολιτευτική τακτική με τις κραυγές και τις άθλιες αναφορές σε «καθεστώς» ή ακόμη και «χούντα» αποτελεί πραγματικότητα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με αφορμή την έκθεση, έκανε αναφορά σε «εμφατική διάψευση όλων όσοι επιμένουν να αμαυρώνουν την εικόνα της πατρίδας μας με ψεύτικα συνθήματα». Δυστυχώς είναι έτσι. Επί σειρά ετών βρίσκεται σε εξέλιξη μια προσπάθεια που, μάλιστα, πήρε τη μορφή κίνησης με στόχο να αφαιρεθούν κοινοτικοί πόροι και πόροι από το Ταμείο Ανακάμψης. Κάποιοι δεν έκρυψαν τον στόχο αυτό, ζητώντας με παρεμβάσεις τους στις Βρυξέλλες να τιμωρηθεί η χώρα μόνο και μόνο για να πληγεί το κύρος της κυβέρνησης.

Ο πολιτικός καιροσκοπισμός σε όλο το μεγαλείο του. Το ζήσαμε έντονα από το 2021 και μετά, αρχής γενομένης από τις περιπτώσεις των μέτρων που ελήφθησαν για τον περιορισμό της πανδημίας, όταν κάποιοι δήλωναν έτοιμοι να αναλάβουν το… ρίσκο που προκύπτει από τη συμμετοχή σε κινητοποιήσεις υποστηρίζοντας μάλιστα ότι ο περιορισμός τους πλήττει την ελευθερία και βάλλει κατά του κράτους δικαίου.

Το είδαμε και τα τελευταία χρόνια. Τέλη Ιανουαρίου δύο στελέχη του ΠΑΣΟΚ βρέθηκαν στις Βρυξέλλες και συναντήθηκαν με τις εισηγήτριες της Επιτροπής προκειμένου, όπως επίσημα ανακοινώθηκε, να καταθέσουν στοιχεία για παραβιάσεις του κράτους δικαίου, κάτι που επαναλήφθηκε το αμέσως επόμενο διάστημα.

Ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για αντιπολιτευτική προπαγάνδα. Το δυστύχημα και σε αυτή την περίπτωση είναι πως η αντιπολίτευση επιλέγει να πατήσει πάνω σε δήθεν εκθέσεις διαφόρων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που κατατάσσουν τις χώρες –όχι μόνο της Ευρώπης– με κριτήρια που προκαλούν ερωτήματα.

Ας δούμε για παράδειγμα τον τομέα της ελευθερίας του Τύπου και της έκφρασης, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται πίσω από χώρες όπου υπάρχουν δικτατορικά καθεστώτα. Αρκεί να σημειωθεί ότι σε επίπεδο Ευρώπης κατατάσσεται πίσω από την Ουγγαρία της περιόδου Ορμπαν –που, αν μη τι άλλο, όλοι γνωρίζουν τι συνέβαινε εκεί– ενώ αν δει κανείς τη σχετική συνολική κατάταξη θα καταλάβει τι εννοούμε βλέποντας χώρες όπου ο εμφύλιος είναι ένα διαρκές φαινόμενο και οι σφαγές ξεπερνούν και την ανθρώπινη λογική.

Δηλαδή η Ελλάδα, όπου υπάρχουν ακόμη και πρωτοσέλιδα με ύβρεις και αθλιότητες, ήταν πίσω σε θέματα ελευθερίας του Τύπου από χώρες όπου ακόμα κι αν γράψεις το όνομα του ηγέτη τους, δύσκολα θα σε ξαναβρούν. Και δεν είναι μόνο αυτό, είναι πολλά ακόμη που κάποιοι θέλουν να εκμεταλλευθούν παραβλέποντας το γεγονός ότι μιλάμε για την ίδια τη χώρα και την εικόνα της στο εξωτερικό, στο διεθνές σκηνικό.

Ουδείς υποστηρίζει ότι έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα. Το ανέφερε ο πρωθυπουργός και είναι φυσικό να πρέπει να γίνουν και άλλα βήματα αναφορικά με το κράτος δικαίου συνολικά. Αλλο αυτό και άλλο να καταγράφεται αυτή η διαρκής προσπάθεια να βρεθεί η χώρα υπόλογη ή να δημιουργηθεί ένα κλίμα αστάθειας με διαρκείς αναφορές και καταγγελίες για τα ζητήματα αυτά που στηρίζονται σε ευκαιριακούς τίτλους και ατάκες και σε ένα αφήγημα που τελικά καταρρίπτει η ίδια η πραγματικότητα.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»