χασάπης (ο) 1. επαγγελματίας που ασχολείται με την κοπή και την πώληση κρέατος «κάθε φορά που ακούω επιχειρηματία να δηλώνει αριστερός, σκέφτομαι ότι καθόλου δεν αποκλείεται να είναι βίγκαν χασάπης» 2. αδέξιος ή αδιάφορος χειρουργός «ψάξε να βρεις άλλον γιατρό και μην αφήσεις να σε εγχειρίσει αυτός ο χασάπης»

Ένας γιατρός λέει ψέματα σε μια ασθενή του για τα αποτελέσματα εξετάσεων και της κάνει διπλή μαστεκτομή. Ύστερα από επιπλοκές, εκείνη διαπιστώνει την απάτη και προσφεύγει στη Δικαιοσύνη, η οποία… δεν νομίζω ότι κανείς θα εκπλαγεί αν μάθει ότι η Δικαιοσύνη δεν έκανε στον γιατρό απολύτως τίποτα. Τον έκρινε βέβαια ένοχο και τον καταδίκασε σε τρία χρόνια φυλακή, αλλά τον άφησε ελεύθερο με αναστολή λόγω «ειλικρινούς μεταμέλειας» και «καλής συμπεριφοράς».

Δηλαδή ένας αδίστακτος και επικίνδυνος απατεώνας ζήτησε συγγνώμη, είπε ότι δεν θα το ξανακάνει, ίσως να φίλησε σταυρό και μπορεί να ξαναέδωσε τον όρκο στον Ιπποκράτη κι έτσι η πονόψυχη Δικαιοσύνη τού έδωσε άλλη μία ευκαιρία να βρει κι άλλα θύματα. Και εννοείται ότι δεν έδωσε τα στοιχεία του στη δημοσιότητα ώστε να προστατευτούν ή να μάθουν τι τους έκανε και άλλοι του ασθενείς. Στο κάτω κάτω, ό,τι έγινε έγινε και δεν υπάρχει λόγος να χαλάμε τις καρδιές μας με το παρελθόν.

Χιούμορ

Φυσικά και θα συνεργαστούμε με άλλο κόμμα μετά τις εκλογές αφού και πρώτοι να είμαστε δεν θα έχουμε αυτοδυναμία, είπε μέσες άκρες ο σύντροφος Μέγας από το ΠΑΣΟΚ αποδεικνύοντας ότι στη Χαριλάου Τρικούπη μπορεί να χάνουν ψηφοφόρους αλλά ποτέ το χιούμορ τους.

Αφού έμεινε ατιμώρητος, το έκανε ξανά

Το ότι το όνομα ενός από τους συλληφθέντες για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Δασκαλάκη υπήρχε και στη δικογραφία για τη δολοφονία του Βαγγέλη Γιακουμάκη είναι άλλη μια επιβεβαίωση του ότι όταν τα χέρια που σηκώνονται δεν κόβονται από τη ρίζα τους, συνεχίζουν να σηκώνονται ξανά και ξανά.

Αναπόφευκτο

Οι ταραχές στο Μπέλφαστ είναι αυτό που αναπόφευκτα συμβαίνει όταν τα συστημικά κόμματα φοβούνται να ασχοληθούν στα σοβαρά με τα προβλήματα που δημιουργεί η λαθρομετανάστευση και αφήνουν τα δύο άκρα να κάνουν παιχνίδι μόνα τους.