Δύο σοβαρά περιστατικά την ίδια ημέρα εναντίον δημοσιογράφων από δύο πολιτικούς αρχηγούς της λεγόμενης… «δημοκρατικής παράταξης».

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο OPEN, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας επετέθη με σφοδρότητα στον δημοσιογράφο Νίκο Στραβελάκη. Η ένταση ξεκίνησε όταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου κατηγόρησε τον δημοσιογράφο ότι… «παρεμποδίζει τις απαντήσεις της» και ότι η στάση του αποτελεί «επίθεση» εναντίον της, με τον δημοσιογράφο να απαντά πως δεν έχει το δικαίωμα να «αλλοιώνει πραγματικά περιστατικά».

Στο δεύτερο επεισόδιο «προοδευτικής αγωγής», ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αντέδρασε έντονα σε σχόλια της δημοσιογράφου-συγγραφέως Σώτης Τριανταφύλλου, η οποία υποστήριξε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν δικαιούται να ομιλεί με ηθικούς όρους λόγω της ιστορικής του διαδρομής. Ο Νίκος Ανδρουλάκης απάντησε με ανάρτηση διερωτώμενος «από πότε η ηθική είναι προνόμιο συγκεκριμένων και αλάθητων;».

Τα δύο αυτά περιστατικά καταδεικνύουν το «αρρωστημένο» πολιτικό περιβάλλον το οποίο καλλιεργούν οι ηγεσίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης, που όμως δεν φαίνεται να προβληματίζει τους κατά τα άλλα… προστάτες της ελευθεροτυπίας. Μέσα ενημέρωσης, ενώσεις, ευαισθητοποιημένες δημοσιογραφικές ομάδες ερευνητών, οι οποίες κατηγορούν την κυβέρνηση για προσπάθεια «φίμωσης» του Τύπου!

Ωστόσο, οι φραστικές επιθέσεις αρχηγών της αντιπολίτευσης, όσο προσβλητικές κι αν θεωρηθούν, καταγράφονται συχνά ως «πολιτική τοξικότητα» και όχι ως θεσμική απειλή για την ελευθερία του Τύπου.

Πολλές οργανώσεις, αλλά και αντιπολιτευτικά μέσα ενημέρωσης, υιοθετούν το αφήγημα ότι η ελευθεροτυπία κινδυνεύει μόνο από την κυβέρνηση της ΝΔ. Έτσι, μια επίθεση από την Κωνσταντοπούλου ή τον Ανδρουλάκη ερμηνεύεται ως «αμυντική στάση» απέναντι σε ένα (κατά την άποψή τους) εχθρικό επικοινωνιακό σύστημα, παραβλέποντας την ουσία της στάσης τους.

Υπάρχει συχνά μια «ιδεολογική ομπρέλα» που προστατεύει τα στελέχη της λεγόμενης προοδευτικής παράταξης. Οι επικριτές της κυβέρνησης τείνουν να θεωρούν ότι οι δικές τους παρεκτροπές είναι «δίκαιη αγανάκτηση», ενώ οι κυβερνητικές είναι «αυταρχισμός». Αυτό το φαινόμενο των δύο μέτρων και δύο σταθμών είναι που τροφοδοτεί την κριτική ότι η ελευθερία του Τύπου εργαλειοποιείται για μικροπολιτικά οφέλη αντί να προστατεύεται ως απόλυτη αξία.

Η ΕΣΗΕΑ έχει εκδώσει στο παρελθόν αυστηρές ανακοινώσεις καταδικάζοντας τη στάση της. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 2025, το Δ.Σ. της Ένωσης καταδίκασε με «τον πιο κατηγορηματικό τρόπο» την «αδιανόητη και απαξιωτική επίθεση» της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας κατά δημοσιογράφου, τονίζοντας ότι οι πολιτικοί αρχηγοί δεν πρέπει να υποτιμούν τη δημοσιογραφική εργασία επειδή δεν τους αρέσει το Μέσο ή η εκπομπή.

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ενώ η ΕΣΗΕΑ παρεμβαίνει για συγκεκριμένα «πρόσωπα», σπάνια τοποθετείται με την ίδια σπουδή όταν οι επιθέσεις προέρχονται από στελέχη της αντιπολίτευσης. Αντίθετα, οι επιθέσεις από κυβερνητικά στελέχη ταξινομούνται αμέσως ως «απόπειρα ελέγχου της ενημέρωσης».

Μέχρι στιγμής (βράδυ 8ης Απριλίου 2026), η ΕΣΗΕΑ δεν έχει εκδώσει επίσημη ανακοίνωση για το σημερινό επεισόδιο μεταξύ της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Νίκου Στραβελάκη στο OPEN, αλλά ούτε και για την απαξιωτική απάντηση του Νίκου Ανδρουλάκη στη Σώτη Τριανταφύλλου. Βέβαια οφείλουμε να σημειώσουμε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ συνεδριάζει ή τοποθετείται μετά την ολοκλήρωση της ημέρας ή την επομένη, ειδικά αν το περιστατικό λάβει διαστάσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή αν υπάρξει επίσημη καταγγελία από τον θιγόμενο δημοσιογράφο ή το κανάλι.

Αν ανάλογη συμπεριφορά επεδείκνυαν στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, η πολιτική και επικοινωνιακή δυναμική θα ήταν εντελώς διαφορετικές, βάσει της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας. Οι Ρεπόρτερς Χωρίς Σύνορα ή το Media Freedom Rapid Response θα κατέγραφαν τα περιστατικά ως «κυβερνητικό αυταρχισμό» και απόπειρα φίμωσης του Τύπου. Την ίδια στιγμή τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα έκαναν λόγο για «καθεστωτικές αντιλήψεις» και «τοξικότητα του Μεγάρου Μαξίμου», ζητώντας πιθανότατα παραιτήσεις και θα… κλήτευαν σε απολογία τον πρωθυπουργό.

Και να μην ξεχάσουμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία θα έμπαιναν στο παιχνίδι κατηγορώντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την «αλαζονεία της εξουσίας» (το γνωστό 41%), ενώ στην περίπτωση της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Νίκου Ανδρουλάκη οι θιασώτες της «πολιτικής αλλαγής» θα το παρουσιάζαν ως «σύγκρουση με το σύστημα των ΜΜΕ.

Εν ολίγοις, οι ερωτήσεις και οι απόψεις που είναι «άβολες» ερμηνεύονται ως απειλή για τη δημοκρατία –πάντα η «απειλή» προέρχεται από τα δεξιά– ενώ οι επιθέσεις και οι προπηλακισμοί όταν έχουν αριστερή προέλευση συχνά υποβαθμίζονται σε «ιδιοσυγκρασιακό ξέσπασμα» ή «δίκαιη κριτική στη δημοσιογραφική μεροληψία».