30 Ιανουαρίου 1996. Υπηρετούσα στον Έβρο. Μείον 12 βαθμοί Κελσίου, μισό μέτρο χιόνι, και η χιονοθύελλα να λυσσομανάει, σαν να ήθελε να σκεπάσει τα πάντα εκτός από την αγωνία.

Εκείνη τη νύχτα δεν ήμασταν στρατιώτες με στολές και βαθμούς. Ήμασταν παιδιά. Τρομαγμένα παιδιά που προσπαθούσαν να καταλάβουν αν αυτό που ζούσαν ήταν άσκηση ή Ιστορία που γραφόταν μπροστά στα μάτια τους.

Στις δύο τα ξημερώματα προς 31 Ιανουαρίου μας μάζεψαν. Σιωπή. Ανάσες κομμένες από το κρύο και την αβεβαιότητα. Μας διάβασαν το διάγγελμα του Ναυάρχου Λυμπέρη. Και τότε ακούστηκε η φράση που χαράχτηκε μέσα μας: «Αμύνεσθαι περί Πάτρης και για τα ΙΕΡΑ κόκκαλα των προγόνων μας». Δεν ήταν ρητορεία. Ήταν εντολή. Ήταν μνήμη. Ήταν αίμα.

Εκείνη τη στιγμή βάλαμε τη σφαίρα στη θαλάμη. Όχι από μίσος. Από καθήκον. Από επίγνωση. Κι εκεί που λίγα λεπτά πριν ήμασταν παιδιά, γίναμε απόγονοι. Του Λεωνίδα, του Μιλτιάδη, του Θεμιστοκλή. Του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη. Όχι γιατί το φωνάξαμε, αλλά γιατί το νιώσαμε. Στην πλάτη που ανατρίχιασε, στα χέρια που έτρεμαν, στο βλέμμα του διπλανού μας.

Δεν ξέραμε τι θα φέρει η αυγή. Ξέραμε μόνο ότι αν ερχόταν η ώρα, θα στεκόμασταν εκεί. Όλοι. Χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς μεγάλα λόγια. Αυτό δεν διδάσκεται· μεταβιβάζεται. Είναι στο αίμα μας. Είναι αυτό που κάνει αυτόν τον τόπο να στέκεται όρθιος αιώνες τώρα, κόντρα σε αριθμούς, καιρούς και «λογικές» υποχωρήσεις.

Τριάντα χρόνια μετά, εκείνη η νύχτα δεν έσβησε. Είναι ακόμη παρούσα. Σαν υπενθύμιση ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη και η αποτροπή δεν είναι θεωρία.

Τιμή και δόξα στα παλικάρια που έπεσαν στα Ίμια. Στον Υποπλοίαρχο Χριστόδουλο Καραθανάση, τον Υποπλοίαρχο Παναγιώτη Βλαχάκο και τον Αρχικελευστή Έκτορα Γιαλοψό. ΑΘΑΝΑΤΟΙ