Μερικές φορές η πραγματικότητα στην Ελλάδα ξεπερνά ακόμη και την πιο κακοστημένη κατασκοπευτική κωμωδία.

Όταν ακούει κανείς για την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, το μυαλό του πηγαίνει, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να πηγαίνει, σε στεγανά, σε απόλυτη εγρήγορση, σε ανθρώπους που βλέπουν τη σκιά των εθνικών απειλών πριν καν αυτή σχηματιστεί.

Αντί γι' αυτό, παρακολουθούμε έκπληκτοι το εξωφρενικό φαινόμενο: εν ενεργεία υπάλληλος της ΕΥΠ θυμήθηκε, μετά από πέντε χρόνια, να καταθέσει μηνυτήρια αναφορά ζητώντας από τη Δικαιοσύνη να διερευνήσει υπόθεση κατασκοπείας εναντίον της χώρας μας.

Το γεγονός αυτό προκαλεί ταυτόχρονα θυμηδία και βαθύ προβληματισμό, αναδεικνύοντας δύο μείζονα ζητήματα που εκθέτουν ανεπανόρθωτα τόσο τον ίδιο όσο και τη λειτουργία της Υπηρεσίας.

Το πρώτο σκέλος της υπόθεσης αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Ένας κρατικός λειτουργός, ταγμένος στην υπηρεσία της εθνικής ασφάλειας, προσφεύγει στις δικαστικές αρχές για να μάθει… αυτά που η ίδια η Υπηρεσία του και ο ίδιος ως στέλεχός της όφειλε να γνωρίζει, να έχει αποτρέψει ή να έχει τεκμηριώσει εδώ και μισή δεκαετία.

Δύο απορίες υπό μορφή ερωτήματος:

Ποιος ενημερώνει ποιον; Αντί η ΕΥΠ να τροφοδοτεί τη Δικαιοσύνη με αδιάσειστα στοιχεία, ένας υπάλληλός της ζητά από τους εισαγγελείς να κάνουν τη δουλειά της ΕΥΠ.

Η γελοιότητα της «αφύπνισης»: Η εθνική ασφάλεια δεν λειτουργεί με χρονοδιακόπτη πενταετίας. Αν υπήρχε κατασκοπεία, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Αν δεν υπήρχε, η κίνηση αγγίζει τα όρια της γραφικότητας. Και σύμφωνα με την ΕΥΠ και τις δικαστικές αρχές δεν υπήρξε!

Το σοβαρό ερώτημα: Τι κάνει ακόμα στην ΕΥΠ;

Το πραγματικά επικίνδυνο, ωστόσο, δεν είναι η γραφικότητα, αλλά η θεσμική ανοχή. Αυτός ο κύριος παραμένει κανονικά στις τάξεις της ΕΥΠ. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι γνώριζε για κατασκοπεία εις βάρος της Ελλάδας και το κρατούσε «στο συρτάρι» του για πέντε χρόνια, να διαχειρίζεται ακόμα και σήμερα ευαίσθητες κρατικές πληροφορίες;

Αν γνώριζε και σιωπούσε για πέντε χρόνια, είναι τουλάχιστον επικίνδυνος για τη θέση που κατέχει. Και επιπροσθέτως η παραμονή του στην Υπηρεσία αποτελεί προσβολή για τα εκατοντάδες στελέχη που επιτελούν το έργο τους με αυταπάρνηση και απόλυτο επαγγελματισμό.

Τα κίνητρα της «χρονοκαθυστέρησης»

Η κοινή λογική αρνείται να δεχτεί ότι η κίνηση αυτή έγινε από ξαφνική έκρηξη πατριωτικού καθήκοντος. Όταν μια καταγγελία «ωριμάζει» επί πέντε χρόνια για να εμφανιστεί ξαφνικά στο προσκήνιο, τα κίνητρα προφανώς εκπορεύονται από το γενικότερο κλίμα που καλλιεργείται από ένα σύστημα που προσπαθεί παντοιοτρόπως να συνδέσει το Predator με την ΕΥΠ, στην οποία εργάζεται ο εν λόγω κύριος.

Ωστόσο, η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να ανέχεται «πράκτορες» που θυμούνται το καθήκον τους με πέντε χρόνια καθυστέρηση, ανάλογα με το πώς φυσάει ο άνεμος των συμφερόντων.

Η κυβέρνηση και η ηγεσία της Υπηρεσίας οφείλουν να παρέμβουν άμεσα. Ο συγκεκριμένος κύριος πρέπει να απομακρυνθεί χθες από την ΕΥΠ και να ελεγχθεί εξονυχιστικά για τη σκοπιμότητα των πράξεών του. Η εθνική ασφάλεια δεν είναι πεδίο για εσωτερικά παιχνίδια και προσωπικές στρατηγικές.

Μια «κατασκοπεία» για κλάματα

Και επειδή κάθε κακόγουστη φάρσα χρειάζεται και το ανάλογο φινάλε, η απόλυτη αποδόμηση της υπόθεσης έρχεται μέσα από την πιο απίστευτη λεπτομέρεια.

Το περιβόητο τηλέφωνο που υποτίθεται ότι είχε παγιδευτεί και αποτέλεσε το «εύρημα» της υποτιθέμενης εθνικής απειλής, δεν ανήκε σε κάποιο στέλεχος πρώτης γραμμής, ούτε έκρυβε κρατικά μυστικά. Ανήκε στη… σύζυγό του!

Η σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας που θα συγκλόνιζε το πανελλήνιο μετατρέπεται πλέον με κάθε επισημότητα σε μια επιθεώρηση εσωτερικής κατανάλωσης.

Όσο για εκείνους τους γνωστούς κύκλους που έσπευσαν να τον «αφυπνίσουν» και να εργαλειοποιήσουν την όψιμη… ανησυχία του για να πλήξουν την παράταξη και την κυβέρνηση, το μόνο που κατάφεραν είναι να εκτεθούν ανεπανόρθωτα.

Για πολλοστή φορά, η προσπάθειά τους να στήσουν ένα σκηνικό κρίσης καταρρέει κάτω από το βάρος της ίδιας της γελοιότητας. Θα την πατήσουν ξανά, απλά επειδή υποτιμούν τη νοημοσύνη των πολιτών.