Η μείωση του χρόνου παραγραφής όσων ασφαλιστικών οφειλών δημιουργηθούν το 2026 δίνει ανάσα.
Μια σημαντική φιλολαϊκή αλλαγή στο καθεστώς διαχείρισης των ασφαλιστικών οφειλών φέρνει η εφαρμογή του νέου πλαισίου παραγραφής χρεών προς τον ΕΦΚΑ που ξεκίνησε να ισχύει με την είσοδο στο 2026.
Πλέον ο χρόνος παραγραφής για τις νέες οφειλές περιορίζεται στα πέντε έτη, έναντι δέκα που ίσχυε μέχρι σήμερα, επηρεάζοντας άμεσα ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και επιχειρήσεις. Ωστόσο, η παραγραφή ισχύει εφόσον μέσα σε αυτό το διάστημα δεν κινηθούν από τον ΕΦΚΑ ή το ΚΕΑΟ οι προβλεπόμενες διαδικασίες αναζήτησής τους.
Με απλά λόγια, εάν μια ασφαλιστική οφειλή δημιουργηθεί και καταστεί ληξιπρόθεσμη εντός του 2026, θα παραγραφεί στις αρχές του 2031. Με το παλαιό καθεστώς, η ίδια οφειλή θα μπορούσε να παραμείνει σε ισχύ έως το 2036.
Η μεταβολή αυτή σηματοδοτεί και αλλαγή φιλοσοφίας στη λειτουργία του ασφαλιστικού μηχανισμού, καθώς οι υπηρεσίες καλούνται πλέον να κινούνται ταχύτερα και πιο συστηματικά, ώστε να μη χάνεται πολύτιμος χρόνος που οδηγεί σε παραγραφή απαιτήσεων.
Υπηρεσιακοί παράγοντες του ΕΦΚΑ τονίζουν ότι η μείωση του χρόνου παραγραφής δεν ισοδυναμεί με «αμνηστία», καθώς το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι οποιαδήποτε ενέργεια της διοίκησης –όπως αποστολή ειδοποιητηρίου, πράξη βεβαίωσης ή άλλη επίσημη αναζήτηση της οφειλής– διακόπτει τη διαδικασία και ο χρόνος αρχίζει εκ νέου να μετρά για άλλα πέντε χρόνια από την ημερομηνία της συγκεκριμένης ενέργειας.
Σε ό,τι αφορά οφειλές που είχαν δημιουργηθεί εντός του 2025, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η δεκαετής παραγραφή υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν έχει υπάρξει οποιαδήποτε κίνηση που διακόπτει τον χρόνο παραγραφής από τον ΕΦΚΑ ή το ΚΕΑΟ. Όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις εάν αποσταλεί ειδοποίηση ή κινηθεί διαδικασία αναζήτησης, τότε ο χρόνος «μηδενίζεται» και εφαρμόζεται εκ νέου το πενταετές καθεστώς.
Παράλληλα, οφειλές που αφορούν ασφαλιστικές περιόδους πριν από το 2026 συνεχίζουν να υπάγονται στη δεκαετή παραγραφή, ακόμη και αν βεβαιωθούν εντός του νέου έτους.
Από δημοσιονομική σκοπιά, η νέα ρύθμιση αυξάνει τις απαιτήσεις προς τις υπηρεσίες του ΕΦΚΑ και του ΚΕΑΟ να επιταχύνουν τους ελέγχους, τις βεβαιώσεις και τις ειδοποιήσεις, ώστε να μη χαθούν ποσά που μπορούν να εισπραχθούν.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι παλαιές οφειλές, παρά τις χιλιάδες αιτήσεις, δεν παραγράφονται μαζικά και οι υπηρεσίες διενεργούν αυστηρούς ελέγχους, προκειμένου να διαπιστώσουν αν στο παρελθόν υπήρξε κάποια ενέργεια που να «πάγωσε» τη σχετική διαδικασία.
Νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι όσοι έχουν εκκρεμότητες θα πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά τις ειδοποιήσεις και τις κινήσεις του ΕΦΚΑ, καθώς κάθε επίσημη ενέργεια μπορεί να ανανεώσει τον χρόνο διεκδίκησης των οφειλών.
Να σημειωθεί ότι όσοι ελεύθεροι επαγγελματίες τύχουν παραγραφής χρεών, είτε λόγω της δεκαετίας είτε με την πενταετία που θα ισχύει για τις οφειλές από το 2026 και μετά, θα χάσουν και το αντίστοιχο διάστημα από τον χρόνο ασφάλισης και από το ποσό σύνταξης. Μπορούν όμως είτε να αγοράσουν ασφαλιστικό χρόνο προκειμένου να βγουν στη σύνταξη, είτε να προβούν σε αναγνωρίσεις πλασματικών ετών.
Σε κάθε περίπτωση, ο νέος τρόπος παραγραφής χρεών αποτελεί μια ουσιαστική παρέμβαση κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης, με σημαντικές θετικές επιπτώσεις τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους μεμονωμένους οφειλέτες, για τους οποίους οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ λειτουργούν ως μόνιμο εμπόδιο στην οικονομική τους δραστηριότητα.
Οι τόκοι, οι προσαυξήσεις και τα πρόστιμα μετατρέπουν συχνά ένα αρχικό, διαχειρίσιμο ποσό σε δυσβάσταχτο βάρος, το οποίο τους ακολουθεί για δεκαετίες. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: αδυναμία ρύθμισης, αποκλεισμός από ασφαλιστική ενημερότητα, περιορισμός πρόσβασης σε χρηματοδότηση και, τελικά, επαγγελματική και κοινωνική στασιμότητα.
Η πρόβλεψη διαγραφής νέων χρεών μετά από πέντε χρόνια υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις σπάει αυτόν τον κύκλο, με τους οφειλέτες να αποκτούν τη δυνατότητα να κάνουν μια πιο γρήγορη και ρεαλιστική νέα αρχή. Αυτό δεν συνιστά ενθάρρυνση της ασυνέπειας αλλά αναγνώριση ότι μεγάλο μέρος των χρεών δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθεί και ότι η διαρκής καταδίωξή τους υπονομεύει την ίδια την οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, επιχειρήσεις που απελευθερώνονται από παλιά βάρη μπορούν να επενδύσουν, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να ενισχύσουν τα δημόσια έσοδα μέσω της κανονικής τους λειτουργίας.

