Τη δομική φύση της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα ανέδειξε η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου, μιλώντας στο Star Forum Lamia 2026.

Η στεγαστική κρίση, η κατάσταση όπου βρισκόμαστε σήμερα, οι πολιτικές, οι προοπτικές, τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα ήταν το αντικείμενο της συζήτησης που εξελίχθηκε σήμερα στο Star Forum στη Λαμία με θέμα «Βαθαίνει η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα: Πραγματικές αιτίες και πρακτικές λύσεις».

Η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου περιέγραψε μια κρίση που συνδέεται με την «ασυμμετρία προσφοράς και ζήτησης», παρουσιάζοντας τη δέσμη των 43 μέτρων ύψους 7 δισ. ευρώ, με αιχμές τις επιδοτήσεις ενοικίου, την κοινωνική αντιπαροχή, την αξιοποίηση ανενεργών στρατοπέδων και το πρόγραμμα «Ανακαινίζω - Νοικιάζω».

Ειδικότερα, η κ. Μιχαηλίδου υπογράμμισε πως το στεγαστικό πρόβλημα αποτελεί κορυφαία κοινωνική πρόκληση, παρουσιάζοντας ένα πολυεπίπεδο σχέδιο κυβερνητικών παρεμβάσεων. Όπως τόνισε, «η στεγαστική κρίση είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα», το οποίο δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά εντάσσεται και στο ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο, συνδέοντας το ζήτημα άμεσα και με το δημογραφικό.

Η υπουργός περιέγραψε ένα πλαίσιο όπου η κρίση απορρέει από μια «μεγάλη δυναμική ασυμμετρία προσφοράς και ζήτησης», σημειώνοντας πως η ζήτηση κατοικίας έχει αυξηθεί σημαντικά. «Η ζήτηση έχει αυξηθεί ενδογενώς και ακόμα περισσότερο εξωγενώς», ανέφερε, αποδίδοντας την άνοδο τόσο σε κοινωνικές μεταβολές, όπως η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, όσο και στην ενίσχυση της ελκυστικότητας της χώρας για ξένους επενδυτές, ψηφιακούς νομάδες και τουρίστες. Παράγοντες όπως η Golden Visa και η βραχυχρόνια μίσθωση «άνθησαν», ενισχύοντας περαιτέρω τη ζήτηση.

Όπως είπε η κ. Μιχαηλίδου, το κρίσιμο πρόβλημα εντοπίζεται στην προσφορά. «Υπάρχει μια πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία αύξησης προσφοράς», υπογράμμισε, αποδίδοντας την υστέρηση τόσο στην κατάρρευση της οικοδομικής δραστηριότητας στα χρόνια των μνημονίων όσο και σε δομικές ιδιαιτερότητες, όπως ο κατακερματισμός της γης και οι πολεοδομικοί περιορισμοί. «Ο μισός πληθυσμός θέλει να μένει στην Αττική», σημείωσε, αναδεικνύοντας την ανισοκατανομή της ζήτησης.

Απέναντι σε αυτή τη σύνθετη εικόνα, η κυβέρνηση προτάσσει ένα ευρύ πλέγμα παρεμβάσεων. «Έχουμε απαντήσει με μία δέσμη 43 μέτρων, 7 δισ. ευρώ», δήλωσε, διευκρινίζοντας ότι δεν υπάρχει «ένα μεγάλο μέτρο» που μπορεί να λύσει το πρόβλημα, αλλά απαιτούνται σταδιακές παρεμβάσεις σε ζήτηση και προσφορά.

Στο επίπεδο της άμεσης ανακούφισης, δίνεται έμφαση στις επιδοτήσεις. Η «επιστροφή του ενός στα δώδεκα ενοίκια» αφορά «εννιά στους δέκα ενοικιαστές», ενώ το επίδομα στέγασης καλύπτει ήδη 280.000 πολίτες. Ιδιαίτερη στόχευση υπάρχει για δημόσιους λειτουργούς εκτός τόπου κατοικίας.

Παράλληλα, προωθούνται πολιτικές περιφερειακής αποκέντρωσης, όπως το πρόγραμμα μετεγκατάστασης με ενίσχυση 10.000 ευρώ σε συνδυασμό με προγράμματα της ΔΥΠΑ, με στόχο την αποσυμφόρηση των αστικών κέντρων.

Στον πυρήνα της στρατηγικής βρίσκονται τα μέτρα αύξησης της προσφοράς. Η υπουργός ξεχώρισε:

  • την «κοινωνική αντιπαροχή» για νέες κατοικίες και προσιτά ενοίκια,
  • την αξιοποίηση ανενεργών στρατοπέδων με στόχο τη δημιουργία 1.800 κατοικιών,
  • το πρόγραμμα «Ανακαινίζω - Νοικιάζω» ύψους 500 εκατ. ευρώ για την επαναφορά κλειστών διαμερισμάτων.

Η ίδια αναγνώρισε ότι τα αποτελέσματα δεν θα είναι άμεσα. «Χρειάζεται κατανόηση των χρονικών οριζόντων», σημείωσε, τονίζοντας ότι το στοίχημα είναι διττό: άμεση ανακούφιση των νοικοκυριών και σταδιακή αποκατάσταση ισορροπίας στην αγορά.

Κλείνοντας, τόνισε ότι το στεγαστικό απαιτεί συντονισμένη δράση και κοινωνική συναίνεση. «Χρειάζεται να είμαστε όλοι μαζί», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που πλήττει ιδιαίτερα τρεις στους δέκα νέους Έλληνες, με την επιτυχία των μέτρων να κρίνεται από τη δυνατότητα μετατροπής των παρεμβάσεων σε ουσιαστική ανακούφιση.