Τελικά ήταν οπαδικά τα κίνητρα της δολοφονίας ενός 20χρονου παιδιού στη Θεσσαλονίκη;

Δεν ξέρω αν έχει και πολλή σημασία, αυτό που ξέρω, όμως, είναι πως κάποιες φορές αυτό το βαρέλι που λέγεται κοινωνία δεν έχει πάτο, και αναρωτιέμαι, πόσο πιο χαμηλά μπορεί να φτάσουν τα πράγματα;

Ένα παιδί -γιατί παιδί είναι και στα είκοσι- δολοφονήθηκε από έναν άλλον νέο, σχεδόν συνομήλικό του. Τα κίνητρα ακόμη ακούγονται ασαφή, ίσως ασήμαντα, μετά βεβαιότητας όμως παράλογα. Η υπόθεση δεν έχει ξεκαθαρίσει. Αυτό που μένει είναι το αποτέλεσμα: ένας άνθρωπος νεκρός σε έναν δρόμο, ανάμεσα σε συνομηλίκους του.

Πριν από λίγα χρόνια ήταν ο Άλκης. Τώρα είναι ένας ακόμη 20χρονος. Ένα όνομα που δεν μάθαμε σχεδόν ποτέ. Στις περισσότερες ειδήσεις έμεινε απλώς «ο 20χρονος». Και αναρωτιέμαι: τελικά οι άνθρωποι, όταν φεύγουν έτσι, μένουν μόνο μια ηλικία; Γιατί τέτοια προσπάθεια να μην ακουστεί το όνομα; 

Η βία ανάμεσα σε νέους ανθρώπους δεν είναι πια κάτι που σοκάρει όσο παλιά. Πλέον βλέπουμε τη συνέχεια μιας βίας που ξεκινά ήδη από την εφηβεία. Μια βία που μεγαλώνει μέσα σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η αποξένωση, η ζωή πίσω από οθόνες, η αδιάκοπη έκθεση σε εικόνες εγκλήματος και επιθετικότητας. Μηνύματα βίας διαχέονται παντού: στις πλατφόρμες, στη μουσική, στην καθημερινή ψηφιακή ροή.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο πιο τρομακτικό σημείο: μια παρέα παιδιών συναντιέται σε έναν κεντρικό δρόμο και, μέσα σε λίγα λεπτά, ένας από αυτούς πέφτει αιμόφυρτος από μια μαχαιριά.

Κάποτε μια τέτοια δολοφονία θα συζητιόταν για χρόνια. Σήμερα φοβάμαι πως αρχίζουμε να αποκτούμε μια επικίνδυνη ανοσία. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό από όλα, η δική μας ανοσία, που μπορεί να μην αποτρέψει το επόμενο έγκλημα.

Και επειδή για εμένα οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί, ο 20χρονος είχε όνομα, τον έλεγαν Κλεομένη.