Ο Δημήτρης Μαρκόπουλος έβαλε «φρένο» στα σενάρια για την επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού στο Δημόσιο, επικαλούμενος το υψηλό δημοσιονομικό κόστος, ενώ προανήγγειλε νέες στοχευμένες ενισχύσεις για τους συνταξιούχους.
Στα όρια αντοχής της ελληνικής οικονομίας και στην ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας αναφέρθηκε ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δημήτρης Μαρκόπουλος, ξεκαθαρίζοντας την κυβερνητική θέση απέναντι στα αιτήματα για ολική επαναφορά των δώρων. Ο κ. Μαρκόπουλος εξήγησε ότι μια τέτοια απόφαση θα δημιουργούσε ανισορροπία στα δημόσια οικονομικά, καθώς πρόκειται για ανελαστικές δαπάνες που ξεπερνούν τις τρέχουσες δυνατότητες του προϋπολογισμού. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, «το κόστος για τη 13η σύνταξη είναι 2,5 δις. ευρώ και μιλάμε για μια δαπάνη με μόνιμα χαρακτηριστικά».
Θέλοντας να δώσει μια ξεκάθαρη εικόνα των μεγεθών, ο υφυπουργός αντιπαρέβαλε το κόστος αυτό με τις πρόσφατες εξαγγελίες της κυβέρνησης, προκειμένου να καταδείξει τη μεγάλη διαφορά στις οικονομικές κλίμακες. «Το περασμένο πακέτο της ΔΕΘ που ήταν ένα από τα πιο γενναιόδωρα, ήταν 1,7 δις. Δε φτάνει», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι η υιοθέτηση ενός τέτοιου μέτρου θα απορροφούσε όλους τους διαθέσιμους πόρους εις βάρος άλλων κοινωνικών ομάδων και αναγκών.
Στον αντίποδα, ο κ. Μαρκόπουλος παρουσίασε το πλέγμα των στοχευμένων παρεμβάσεων που υλοποιεί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, εστιάζοντας στην άμεση στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος των απομάχων της εργασίας μέσα από τη νομοθετική οδό και τα επιδόματα. «Οι συνταξιούχοι με τον νόμο που φέρνουμε θα πάρουν 300 ευρώ - συν 200 εκατ. από όσα έπαιρναν, από το επίδομα», ανέφερε, ενώ προσδιορίζοντας τον χρονικό ορίζοντα της επόμενης φάσης ενισχύσεων, συμπλήρωσε: «1/1 θα υπάρξουν άλλα 700 εκατ. ενίσχυση».