Στόχος της «Ατζέντας 2030» είναι το 70% των στρατευσίμων να αποκτά επιχειρησιακή ετοιμότητα μέσα σε 14 εβδομάδες.

Τη νέα φιλοσοφία της Ελλάδας για τη στρατιωτική θητεία, την εφεδρεία και την κινητοποίηση, με μεγαλύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας και των επαγγελματικών δεξιοτήτων των στρατευσίμων, παρουσίασε ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Στρατηγός Δημήτριος Χούπης, στο «IISS Prague Defence Summit».

Μιλώντας στη θεματική ενότητα «Rethinking Military Mobilisation in Europe», ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ έθεσε ως βασικό στόχο της ελληνικής προσέγγισης το 70% των στρατευσίμων να επιτυγχάνει επιχειρησιακή ένταξη μέσα σε 14 εβδομάδες, μέσα από εκπαίδευση που θα περιλαμβάνει σύγχρονες τεχνολογίες, drones, δυνατότητες κυβερνοχώρου και τεχνητή νοημοσύνη.

Η κατεύθυνση αυτή εντάσσεται στον ευρύτερο μετασχηματισμό των Ενόπλων Δυνάμεων μέσω της «Ατζέντας 2030», καθώς και στη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου άμυνας «Ενεργού Εθελοντικής Εφεδρείας».

Θητεία που αξιοποιεί τις δεξιότητες των νέων

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Στρατηγός Χούπης στην ανάγκη η στρατιωτική θητεία να συνδεθεί περισσότερο με τις δεξιότητες και την επαγγελματική πορεία των νέων. Όπως επισήμανε, ειδικά η Generation Z εμφανίζεται περισσότερο επιφυλακτική απέναντι σε ένα μοντέλο θητείας που δεν συμβαδίζει με την τεχνολογική εξέλιξη.

Σύμφωνα με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, η στρατιωτική υπηρεσία θα πρέπει να προσφέρει στους στρατεύσιμους τη δυνατότητα να αναπτύσσουν τεχνικές και επαγγελματικές δεξιότητες, ώστε να μη βιώνεται απλώς ως διακοπή της επαγγελματικής τους πορείας. «Πρέπει να ενθαρρύνονται να βλέπουν τη στρατιωτική υπηρεσία ως ενίσχυση των τεχνικών τους δεξιοτήτων», ανέφερε.

Παράλληλα, παρουσίασε ως βασική αρχή την τεχνολογική ισοτιμία των στρατευσίμων με τις επαγγελματικές δυνάμεις, ώστε το προσωπικό της θητείας να μπορεί να αξιοποιεί σύγχρονα μέσα και να εντάσσεται ταχύτερα στις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες.

Το 70% επιχειρησιακά έτοιμο σε 14 εβδομάδες

Κομβικό στοιχείο της νέας προσέγγισης αποτελεί η επιτάχυνση της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής αξιοποίησης των στρατευσίμων. Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ έθεσε ως στόχο το 70% να έχει επιτύχει επιχειρησιακή ένταξη εντός 14 εβδομάδων, περιορίζοντας το διάστημα ανάμεσα στην εκπαίδευση και την πραγματική αξιοποίηση του προσωπικού.

Σε αυτό το μοντέλο εντάσσεται η εκπαίδευση σε drones, κυβερνοχώρο, τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένα φονικά και μη φονικά συστήματα, καθώς οι σύγχρονες συγκρούσεις έχουν αλλάξει τις απαιτήσεις από το ανθρώπινο δυναμικό των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ο Στρατηγός Χούπης αναφέρθηκε επίσης στη γεωγραφική τοποθέτηση των στρατευσίμων με βάση την καταγωγή και τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους, ώστε να ενισχύεται η σύνδεση των μονάδων με τις τοπικές κοινωνίες και η δυνατότητα άμυνας της περιοχής τους.

«Ενεργός Εθελοντική Εφεδρεία» και εξειδικευμένοι πολίτες

Η ελληνική προσέγγιση επεκτείνεται και μετά την ολοκλήρωση της θητείας, μέσω του μοντέλου της «Ενεργού Εθελοντικής Εφεδρείας» και της συστηματικότερης αξιοποίησης των δεξιοτήτων πρώην στρατευσίμων.

Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ σημείωσε ότι οι σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις χρειάζονται προσωπικό με εξειδίκευση σε τομείς όπως η κυβερνοασφάλεια, η ανάλυση δεδομένων, οι επικοινωνίες και η εφοδιαστική υποστήριξη. Στο πλαίσιο αυτό, η δημιουργία συμβατικών σχέσεων με επαγγελματίες του ιδιωτικού τομέα ήδη από την περίοδο της ειρήνης μπορεί να δημιουργήσει «αποθέματα τεχνογνωσίας», τα οποία θα είναι άμεσα διαθέσιμα σε περίπτωση κρίσης.

Αναφέρθηκε ακόμη σε πιλοτικές δράσεις για τη συμμετοχή γυναικών σε συγκεκριμένους τομείς εξειδίκευσης, αλλά και στη γενικότερη ανάγκη αξιοποίησης της επαγγελματικής γνώσης που υπάρχει στην κοινωνία.

Από τη στρατιωτική κινητοποίηση στο «Total Defence»

Ο Στρατηγός Χούπης τοποθέτησε τις ελληνικές αλλαγές μέσα στη μεγαλύτερη συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ευρώπη μετά την επιστροφή του πολέμου υψηλής έντασης. Όπως ανέφερε, οι παραδοχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν οι ευρωπαϊκές Ένοπλες Δυνάμεις τις τελευταίες τρεις δεκαετίες δοκιμάζονται πλέον στην πράξη.

Η Ευρώπη, σύμφωνα με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, χρειάζεται δυνατότητες που θα μπορούν να υποστηρίξουν επιχειρήσεις για «μήνες, χρόνια και όχι εβδομάδες», εφόσον αυτό απαιτηθεί. Αυτό προϋποθέτει στενότερη διασύνδεση στρατού, κράτους, οικονομίας και κοινωνίας.

Σε αυτή τη λογική εντάσσεται το μοντέλο «Total Defence» ή «whole-of-society», καθώς οι Ένοπλες Δυνάμεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές υποδομές, δίκτυα μεταφορών, επικοινωνίες, ενεργειακά συστήματα και αλυσίδες εφοδιασμού, τα οποία αποτελούν ταυτόχρονα πιθανούς στόχους κυβερνοεπιθέσεων ή στρατιωτικών πληγμάτων.

Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, προωθεί και την ανάπτυξη υποδομών διττής χρήσης, ώστε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, μεταφορικοί κόμβοι, κρατικές υποδομές cloud και βιομηχανικές δυνατότητες να εξυπηρετούν πολιτικές ανάγκες σε περίοδο ειρήνης και να μπορούν να ενταχθούν άμεσα στον μηχανισμό κινητοποίησης σε περίπτωση κρίσης.

«Το παράθυρο στενεύει»

Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ υπογράμμισε ότι η Ευρώπη έχει μπροστά της ένα περιορισμένο χρονικό περιθώριο για να προσαρμόσει τις δομές της στις νέες συνθήκες ασφαλείας, χαρακτηρίζοντας κρίσιμα τα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια για την εφαρμογή των απαιτούμενων θεσμικών μεταρρυθμίσεων.

«Η κινητοποίηση πρέπει να επαναπροσδιοριστεί ως κυβερνητική στρατηγική σε επίπεδο κοινωνίας και όχι ως πρόβλημα στρατιωτικών προμηθειών», τόνισε, επισημαίνοντας ότι απαιτούνται αλλαγές στα εκπαιδευτικά συστήματα, στις τεχνολογικές υποδομές, στις στρατιωτικές δομές και στον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τη συμμετοχή τους στην άμυνα.

Κλείνοντας, σημείωσε ότι το γεωπολιτικό «παράθυρο» για τον μετασχηματισμό παραμένει ανοικτό, αλλά «στενεύει», καθώς η ταχύτητα με την οποία μεταβάλλονται οι απειλές απαιτεί αντίστοιχη επιτάχυνση της ευρωπαϊκής αμυντικής προσαρμογής.