Στην κορύφωσή της βρίσκεται η προετοιμασία των Ελλήνων για τις καλοκαιρινές διακοπές, με την εβδομάδα του Δεκαπενταύγουστου να αποτελεί παραδοσιακά το απόγειο της τουριστικής περιόδου.

Ωστόσο, το φετινό καλοκαίρι χαρακτηρίζεται από έντονες αντιθέσεις και ταξιδιώτες «δύο ταχυτήτων», καθώς το αυξημένο κόστος των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων σε συνδυασμό με τις ανατιμήσεις στα καταλύματα αναδιαμορφώνουν τον τουριστικό χάρτη.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι προ-κρατήσεις σε ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης για τις ημέρες αιχμής παρουσιάζουν εντυπωσιακά ποσοστά πληρότητας, αγγίζοντας ήδη από τις αρχές Ιουλίου έως και το 94% στα νησιά και το 11% στις αυξήσεις τιμών σε σχέση με πέρυσι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Πανελλαδικού Κτηματομεσιτικού Δικτύου E Real Estates.

Μιλώντας στο ertnews.gr, ο Πρόεδρος του Δικτύου, Θεμιστοκλής Μπάκας, αποτύπωσε πλήρως την υφιστάμενη κατάσταση:

«Ο Δεκαπενταύγουστος αποτελεί διαχρονικά την κορύφωση της θερινής τουριστικής περιόδου στην Ελλάδα και την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιείται ο μεγαλύτερος όγκος μετακινήσεων των Ελλήνων προς τους νησιωτικούς και παραθαλάσσιους προορισμούς. Για χιλιάδες οικογένειες, το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ταυτίζεται με τις βασικές καλοκαιρινές διακοπές του έτους, γεγονός που οδηγεί σε ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση για μεταφορές και καταλύματα. Ωστόσο, το αυξημένο κόστος των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών διαμονής, διαμορφώνει πλέον διαφορετικές «ταχύτητες» στις επιλογές των ταξιδιωτών. Από τη μία πλευρά βρίσκονται τα νοικοκυριά που εξακολουθούν να επιλέγουν τους δημοφιλείς νησιωτικούς προορισμούς, αποδεχόμενα το σημαντικά υψηλότερο κόστος των καλοκαιρινών διακοπών. Από την άλλη, ολοένα και περισσότερες οικογένειες στρέφονται προς ηπειρωτικούς προορισμούς, αναζητώντας οικονομικότερες λύσεις που επιτρέπουν περισσότερες ημέρες διακοπών με χαμηλότερο συνολικό προϋπολογισμό».

Μιλώντας στο ertnews.gr, ο Πρόεδρος του Δικτύου, Θεμιστοκλής Μπάκας, αποτύπωσε πλήρως την υφιστάμενη κατάσταση:

«Ο Δεκαπενταύγουστος αποτελεί διαχρονικά την κορύφωση της θερινής τουριστικής περιόδου στην Ελλάδα και την περίοδο κατά την οποία πραγματοποιείται ο μεγαλύτερος όγκος μετακινήσεων των Ελλήνων προς τους νησιωτικούς και παραθαλάσσιους προορισμούς. Για χιλιάδες οικογένειες, το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ταυτίζεται με τις βασικές καλοκαιρινές διακοπές του έτους, γεγονός που οδηγεί σε ιδιαίτερα αυξημένη ζήτηση για μεταφορές και καταλύματα. Ωστόσο, το αυξημένο κόστος των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών διαμονής, διαμορφώνει πλέον διαφορετικές «ταχύτητες» στις επιλογές των ταξιδιωτών. Από τη μία πλευρά βρίσκονται τα νοικοκυριά που εξακολουθούν να επιλέγουν τους δημοφιλείς νησιωτικούς προορισμούς, αποδεχόμενα το σημαντικά υψηλότερο κόστος των καλοκαιρινών διακοπών. Από την άλλη, ολοένα και περισσότερες οικογένειες στρέφονται προς ηπειρωτικούς προορισμούς, αναζητώντας οικονομικότερες λύσεις που επιτρέπουν περισσότερες ημέρες διακοπών με χαμηλότερο συνολικό προϋπολογισμό».

Τα «σκήπτρα» της ζήτησης και το κόστος στα νησιά

Στην κορυφή των προ-κρατήσεων στη νησιωτική Ελλάδα βρίσκεται η Σαντορίνη με 92%, ακολουθούμενη από την Πάρο (91%), τη Μήλο (90%) και τη Σκιάθο (90%).

Η ισχυρή ζήτηση συμπαρασύρει προς τα πάνω και το κόστος. Ενδεικτικά, για μια τετραμελή οικογένεια που αναζητά ολόκληρη κατοικία βραχυχρόνιας μίσθωσης για 4 διανυκτερεύσεις, οι τιμές ξεκινούν από 820 ευρώ στην Άνδρο και φτάνουν έως τα 1.850 ευρώ στη Σαντορίνη και τις 2.200 ευρώ στη Μύκονο. Σε σχέση με το 2025, οι ζητούμενες τιμές καταγράφονται αυξημένες κατά 6% έως 11%.

Ανάσα στην ηπειρωτική Ελλάδα

Για τους παραπάνω λόγους, οι ηπειρωτικοί παραθαλάσσιοι προορισμοί αναδεικνύονται σε «σωσίβιο» για τον προϋπολογισμό των ελληνικών οικογενειών, καθώς προσφέρουν τη δυνατότητα μετακίνησης με ιδιωτικό αυτοκίνητο, αποφεύγοντας τα πανάκριβα ναύλα των πλοίων.

Εδώ η ζήτηση οδηγείται από τη Χαλκιδική (προ-κρατήσεις στο 93%) και την Πάργα (91%). Το συνολικό κόστος διαμονής για 4 βράδια ξεκινά από περίπου 650 ευρώ στην Ακράτα και φτάνει έως τα 1.180 ευρώ στη Χαλκιδική, με τις αυξήσεις συγκριτικά με πέρυσι να είναι ηπιότερες (4% έως 8%).