Η τραγωδία των Τεμπών έγινε πολιτικό εργαλείο, μέχρι τη στιγμή που το «σύμβολο» αποφάσισε να μιλήσει μόνο του.
Η τραγωδία των Τεμπών δεν άφησε πίσω της μόνο νεκρούς, οδύνη και αναπάντητα ερωτήματα. Άφησε και κάτι ακόμα: ένα πολιτικό πεδίο πάνω στο οποίο η αντιπολίτευση έστησε, με αξιοσημείωτη ταχύτητα, μια σκηνή λαϊκισμού, συναισθηματικής εκμετάλλευσης και ηθικής υπεροψίας. Όσο ο πόνος μπορούσε να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο, όλα κυλούσαν αρμονικά. Μέχρι που το έργο πήρε απρόβλεπτη τροπή.
Για χρόνια, σύσσωμη η αντιπολίτευση επένδυσε στην τραγωδία, αναδεικνύοντας πρόσωπα, υιοθετώντας αφηγήματα, μοιράζοντας ρόλους. Η Μαρία Καρυστιανού αναγορεύτηκε σε σύμβολο, σε ηθικό άλλοθι, σε πολιτικό εργαλείο. Όταν όμως η ίδια άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πολιτικής κίνησης, το κλίμα άλλαξε απότομα. Οι ύμνοι έγιναν ψίθυροι, οι αγκαλιές αποστάσεις και τα «μπράβο» μετατράπηκαν σε αιχμές.
Και κάπου εδώ αποκαλύφθηκε το πραγματικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης: όχι η πολιτικοποίηση της κοινωνίας, αλλά η πιθανότητα να την κάνει κάποιος άλλος. Όχι η εργαλειοποίηση της οργής, αλλά το να τους φύγει από τα χέρια. Γιατί η υποκρισία αντέχεται όσο δεν απειλεί την πολιτική επιβίωση.
Όταν ο πόνος έγινε αφήγημα
Η σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών αποτέλεσε, δικαίως, σημείο βαθιάς κοινωνικής οδύνης. Ωστόσο, για μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης, εξελίχθηκε ταχύτατα σε πολιτικό εργαλείο. Συνθήματα, αναρτήσεις, δηλώσεις, δάκρυα on camera, επιλεκτική αγανάκτηση και μια μόνιμη προσπάθεια να μετατραπεί η τραγωδία σε καύσιμο πολιτικής φθοράς της κυβέρνησης.
Δεν ήταν η αναζήτηση της αλήθειας που κυριάρχησε. Ήταν η επιδίωξη της αντίδρασης. Όχι η δικαιοσύνη, αλλά το χειροκρότημα. Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, τα πρόσωπα των συγγενών των θυμάτων απέκτησαν ρόλους - όχι από επιλογή τους, αλλά από πολιτική ανάγκη τρίτων.
Η «αγιοποίηση» με ημερομηνία λήξης
Η Μαρία Καρυστιανού αντιμετωπίστηκε αρχικά ως το ιδανικό πρόσωπο: ανθρώπινος πόνος, ηθικό βάρος, κοινωνική απήχηση. Ένα πρόσωπο που μπορούσε να χωρέσει σε όλα τα πάνελ, σε όλες τις ανακοινώσεις, σε όλα τα hashtags. Η αντιπολίτευση δεν είχε πρόβλημα να μιλά εξ ονόματός της - ή καλύτερα, μέσω αυτής.
Οι δηλώσεις ήταν εγκωμιαστικές, σχεδόν τελετουργικές. Η παρουσία της χρησιμοποιήθηκε ως ασπίδα απέναντι σε κάθε πολιτική κριτική. Όποιος διαφωνούσε, «δεν σεβόταν τον πόνο». Όποιος ρωτούσε, «προσέβαλε τη μνήμη». Ένα πολιτικό περιβάλλον αποστειρωμένο από αντίλογο.
Η στιγμή που χάλασε το αφήγημα
Και τότε ήρθε η δήλωση. Η προαναγγελία πολιτικής κίνησης. Όχι συγκεκριμένη, όχι ολοκληρωμένη, αλλά αρκετή για να σημάνει συναγερμό. Ξαφνικά, το «σύμβολο» έπαψε να είναι ασφαλές. Γιατί τα σύμβολα είναι χρήσιμα μόνο όταν δεν διεκδικούν χώρο.
Η αλλαγή στάσης υπήρξε εντυπωσιακή. Εκεί που υπήρχε αποδοχή, εμφανίστηκε καχυποψία. Εκεί που υπήρχε σιωπηρή στήριξη, άρχισαν οι «υπενθυμίσεις». Και εκεί που υπήρχε πολιτική εκμετάλλευση, εμφανίστηκε ξαφνικά… πολιτική ευαισθησία.
Υποκρισία χωρίς ιδεολογικό πρόσημο
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι η αντίδραση αυτή δεν αφορά ένα κόμμα. Αφορά σχεδόν όλο το φάσμα της αντιπολίτευσης. Από την παραδοσιακή Αριστερά μέχρι την εθνικολαϊκή Δεξιά, το κοινό συναίσθημα είναι ο φόβος. Φόβος απώλειας ακροατηρίου. Φόβος διαρροών. Φόβος για έναν νέο παίκτη που δεν ελέγχεται.
Και κάπως έτσι, εκείνοι που κατηγορούσαν την κυβέρνηση για κυνισμό, αποκαλύπτονται οι ίδιοι ως απολύτως κυνικοί. Όχι απέναντι στην τραγωδία, αλλά απέναντι στην κοινωνία.
Η «κάθαρση» που ενοχλεί επιλεκτικά
Όσο η λέξη «κάθαρση» στρεφόταν μονοδιάστατα κατά της κυβέρνησης, ήταν καλοδεχούμενη. Όταν όμως άρχισε να αγγίζει συνολικά το πολιτικό σύστημα, έγινε ύποπτη. Παμπάλαια, λένε τώρα. Λαϊκιστική. Επικίνδυνη.
Το ερώτημα, όμως, είναι απλό: πότε ακριβώς έγιναν όλα αυτά πρόβλημα; Όταν η «κάθαρση» έπαψε να είναι αποκλειστικό τους σύνθημα;
Οι «σωτήρες» και οι κατά περίπτωση ευαισθησίες
Από τη μία, καταγγελίες περί «σωτήρων του τίποτα». Από την άλλη, γενικόλογες επιθέσεις με αρχαία ρητά και ηθικολογικές αναρτήσεις. Όλα δείχνουν το ίδιο: μια αμήχανη αντιπολίτευση που δεν ξέρει αν πρέπει να επιτεθεί, να ειρωνευτεί ή να αγνοήσει.
Γιατί κάθε επιλογή έχει κόστος. Η επίθεση αποκαλύπτει τον φόβο. Η σιωπή δείχνει αδυναμία. Και η ειρωνεία επιστρέφει σαν μπούμερανγκ.
Το πραγματικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης
Δεν είναι η Μαρία Καρυστιανού. Δεν είναι το αν θα υπάρξει νέο κόμμα. Δεν είναι καν το αν αυτό το εγχείρημα θα πετύχει ή θα αποτύχει. Το πραγματικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης είναι ότι για άλλη μια φορά πιάστηκε απροετοίμαστη μπροστά στην ίδια της τη στρατηγική.
Γιατί όταν χτίζεις πολιτική πάνω στον θυμό, κάποια στιγμή ο θυμός αποκτά φωνή. Και τότε δεν υπακούει σε κομματικά γραφεία.
Ο καθρέφτης που δεν ήθελαν να δουν
Η τραγωδία των Τεμπών δεν ανήκει σε κανέναν πολιτικά. Ανήκει μόνο στη μνήμη και στη δικαιοσύνη. Όσοι προσπάθησαν να την κάνουν εργαλείο, τώρα βλέπουν το εργαλείο να μην τους υπακούει.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ειρωνικό στοιχείο της υπόθεσης: η αντιπολίτευση δεν φοβάται την κυβέρνηση. Φοβάται μήπως η κοινωνία αποφασίσει να μην την χρειάζεται για να εκφράσει την οργή

