Η νομοθετική παρέμβαση της κυβέρνησης για την αδειοδότηση των περιφερειακών Μέσων βάζει, έπειτα από 23 χρόνια, φρένο στο καθεστώς «πειρατείας».

Ύστερα από δύο και πλέον δεκαετίες θεσμικού κενού, η πολιτεία ετοιμάζεται –επιτέλους– να βάλει τάξη στο χάος των περιφερειακών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών. Το νέο σχέδιο νόμου, που βρίσκεται σε άτυπη διαβούλευση, αποτελεί μια καθαρή πολιτική επιλογή της κυβέρνησης: λιγότερα συνθήματα, περισσότερη κανονικότητα. Και, κυρίως, τέλος στην πατέντα «εκπέμπω όπως να ’ναι και βλέπουμε».

Η βασική τομή του σχεδίου είναι η οριστική κατάργηση του νόμου ΣΥΡΙΖΑ του 2015, ενός νομοθετήματος που ταύτισε την αδειοδότηση με πλειστηριασμούς, νομικά αδιέξοδα και πολιτική εργαλειοποίηση. Η επιλογή της σημερινής κυβέρνησης είναι διαφορετική και σαφώς πιο ευρωπαϊκή: άδειες με βάση αντικειμενικά κριτήρια, πρόγραμμα, προσωπικό και οικονομική βιωσιμότητα.

Όχι τηλεοπτικά καζίνο, όχι στημένες διαδικασίες.

Η χορήγηση των αδειών γίνεται με κοινή απόφαση του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρη Παπαστεργίου, και του υφυπουργού Παρά τω Πρωθυπουργώ, Παύλου Μαρινάκη, μετά από εισήγηση της ΕΕΤΤ και γνώμη του ΕΣΡ. Θεσμική αλυσίδα, όπως πρέπει.

Το ΕΣΡ θα προβαίνει σε συγκριτική ποιοτική αξιολόγηση των φακέλων τεκμηρίωσης: ώρες προβολής πρωτότυπου προγράμματος με 30 μόρια, ώρες προβολής προγράμματος με θέματα τοπικού ενδιαφέροντος και χαρακτήρα με 20 μόρια, το γενικά απασχολούμενο προσωπικό με 30 μόρια, το απασχολούμενο προσωπικό με δημοσιογραφική ιδιότητα, όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου του ν. 5005/2022 (Α’ 236), με 20 μόρια και προηγούμενη εμπειρία της αιτούσας εταιρείας με 20 μόρια.

Καθαροί κανόνες

Η διαδικασία προβλέπει έως δύο φάσεις. Αν οι αιτήσεις είναι λιγότερες από τις διαθέσιμες άδειες ανά γεωγραφική περιοχή, η υπόθεση τελειώνει σε μία φάση. Αν όχι, ακολουθεί συγκριτική ποιοτική αξιολόγηση από το ΕΣΡ. Όχι δημοπρασίες, όχι «όποιος δώσει τα περισσότερα».

Κάθε ενδιαφερόμενος καταθέτει εγγυητική επιστολή 10.000 ευρώ και δηλώνει ξεκάθαρα αν το πρόγραμμα είναι ενημερωτικό ή μη. Για πρώτη φορά μπαίνει τέλος στο «λίγο απ’ όλα και τίποτα συγκεκριμένο». Το σχέδιο βάζει και οικονομικό φίλτρο. Ελάχιστο καταβεβλημένο κεφάλαιο από 100.000 έως 500.000 ευρώ, ανάλογα με τον πληθυσμό της περιφέρειας. Με απλά λόγια: όποιος δεν μπορεί να σταθεί στοιχειωδώς, δεν εκπέμπει.

Αντίστοιχα, τίθενται σαφείς υποχρεώσεις προγράμματος. Ελάχιστη διάρκεια 8 ωρών για ενημερωτικούς σταθμούς και 12 για μη ενημερωτικούς. Το, δε, ενημερωτικό πρόγραμμα περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον αρκετές προϋποθέσεις όπως καθημερινά δελτία ειδήσεων διάρκειας τουλάχιστον μιας ώρας (και το 50% αυτής να αφορά θέματα τοπικού ενδιαφέροντος), μετάδοση δελτίων ειδήσεων και στη νοηματική γλώσσα με ταυτόχρονη αναγραφή υποτίτλων και άλλα. Όχι «πάμε κι όπου βγει», αλλά συγκεκριμένα.

Σημαντική είναι και η πρόβλεψη για προσωπικό. Από 10 έως 30 εργαζόμενους, ανάλογα με τη ζώνη και το είδος του προγράμματος, με συγκεκριμένη μοριοδότηση για δημοσιογράφους. Για πρώτη φορά η εργασία μετράει πραγματικά στην αδειοδότηση και όχι ως υποσημείωση.

Το ΕΣΡ αξιολογεί με συγκεκριμένα μόρια: πρωτότυπο πρόγραμμα, τοπικό περιεχόμενο, προσωπικό, δημοσιογραφική ιδιότητα, εμπειρία. Όλα μετρήσιμα, όλα διαφανή. Κάπως έτσι μοιάζει ένα σοβαρό κράτος.

Οι άδειες συνοδεύονται από ετήσιο τέλος: 60.000 ευρώ για την Αττική, 30.000 για μεγάλες περιφέρειες και 10.000 για τις υπόλοιπες. Όχι χαράτσι, αλλά αντάλλαγμα εποπτείας. Όποιος θέλει συχνότητα, πληρώνει και λογοδοτεί.

Η κρίση από το ΕΣΡ θα γίνει επί του προγράμματος που θα παρουσιαστεί από τους αιτούντες και οι συμμετέχοντες θα λάβουν άδεια, εφόσον υπάρχει δυνατότητα από τον Χάρτη Συχνοτήτων, που θα πρέπει να σχεδιαστεί και να εγκριθεί καλύπτοντας όλη τη χώρα.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου η τηλεοπτική πολιτική ήταν πεδίο ιδεολογικών πειραμάτων και κομματικής κατανάλωσης από τον ΣΥΡΙΖΑ, η σημερινή προσέγγιση της Νέας Δημοκρατίας είναι πεζή και γι’ αυτό αποτελεσματική. Κανόνες, εφαρμογή, τέλος.
Η αδειοδότηση των περιφερειακών Μέσων δεν είναι απλώς μια τεχνική ρύθμιση. Είναι μια θεσμική ενηλικίωση. Και ναι, άργησε, αλλά έρχεται για να μείνει.