Καθόλου αθώες οι επιδιώξεις της αντιπολίτευσης πίσω από την εμμονή με το άρθρο 86.

Η συζήτηση για την αναθεώρηση του συντάγματος έχει ανοίξει για τα καλά και πρακτικά αυτό που ζητείται είναι η απαραίτητη συναίνεση που απαιτεί το ίδιο το σύνταγμα επί των προτάσεων που βάζει στο τραπέζι η κυβέρνηση – ιδιαίτερα από τη στιγμή που η αντιπολίτευση αποφεύγει να παρουσιάσει τις δικές της προτάσεις ή στερείται θέσεων, καταφεύγοντας απλώς σε βολές κατά της κυβέρνησης.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Στο επίκεντρο ασφαλώς βρίσκεται ο περιβόητος νόμος περί ευθύνης υπουργών, άλλως το άρθρο 86 του συντάγματος, για το οποίο και ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωσε ξεκάθαρα ότι στόχος είναι η κατάργησή του με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων.

Γύρω απ’ αυτό το ζήτημα έχει ανοίξει λοιπόν και διατηρείται η μεγαλύτερη συζήτηση. Ασφαλώς σ’ αυτό έχουν συμβάλει οι δημόσιες παρεμβάσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος εξακολουθεί ν’ αρνείται αυτό που υποστηρίζει η κυβέρνηση: ότι είναι ένας από τους εμπνευστές –αν όχι ο ένας και μοναδικός– της επίμαχης διάταξης όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 86 του συντάγματος και ισχύει έτσι έως σήμερα.

Στη σχετική συζήτηση, μάλιστα, παίρνουν μέρος διάφοροι συνταγματολόγοι και άλλοι νομικοί, άλλοι παίρνοντας θέση υπέρ της ανάγκης να αναθεωρηθεί η συγκεκριμένη διάταξη όπως ακριβώς επιδιώκει η κυβέρνηση και άλλοι υποστηρίζοντας παραπλήσια μεν, αλλά όχι ακριβώς τα ίδια που υποστηρίζει από τη δική του πλευρά ο κ. Βενιζέλος, υπερασπιζόμενος το περίφημο «αμελλητί» που ισχύει για τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής εφόσον κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας οι εισαγγελείς «σκοντάψουν», όπως λέγεται, σε ευθύνες πολιτικών προσώπων και υπουργών.

Άννα κατά Βενιζέλου

Δεν πέρασε, ωστόσο, απαρατήρητη τις προηγούμενες ημέρες η φράση που χρησιμοποίησε η Άννα Διαμαντοπούλου κατά τη διάρκεια συνεδρίασης των κομματικών οργάνων του ΠΑΣΟΚ. Η πρώην υπουργός επισήμανε πως το ζήτημα του συντάγματος και της αναθεώρησής του δεν είναι ούτε μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο για τους συνταγματολόγους, με αποτέλεσμα η αποστροφή αυτή να εκληφθεί ως αιχμή κατά του κ. Βενιζέλου και της στάσης του.

Από την πλευρά του, εκείνος εξακολουθεί να υποστηρίζει πως η κυβέρνηση επιχειρεί ν’ αλλάξει την ατζέντα από τα προβλήματα της καθημερινότητας και πως η συγκεκριμένη συζήτηση για το άρθρο 86 δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία όσο παρουσιάζεται να έχει από το κυβερνητικό στρατόπεδο. Δεν δίστασε μάλιστα να βάλλει ευθέως κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη, λέγοντας πως κατά τη διάρκεια της αναθεώρησης του 2006 είχε προτείνει απλώς μια «γενικολογία» για το ζήτημα της ποινικής ευθύνης των υπουργών και της διερεύνησής της.

Επίσης δεν πέρασε απαρατήρητη, για άλλους λόγους, μία ακόμη αποστροφή του κ. Βενιζέλου: ότι δεν σκοπεύει να επιστρέψει στην πολιτική. Προφανώς ο ίδιος ένιωσε την ανάγκη να κάνει τη συγκεκριμένη διευκρίνιση απαντώντας στις αιτιάσεις ότι επιδιώκει να βγει μπροστά με πρόσχημα τη συνταγματική αναθεώρηση και επειδή κατανοεί το αντιπολιτευτικό κενό του ΠΑΣΟΚ και την αδυναμία του να διεισδύσει πολιτικά και εκλογικά στον χώρο του μεταρρυθμιστικού κέντρου.

Ανεξαρτήτως όμως των προθέσεων του κ. Βενιζέλου, τι είναι αυτό που πραγματικά συμβαίνει με το άρθρο 86 του συντάγματος; Για ποιο λόγο άραγε δεν γίνεται συζήτηση για τις υπόλοιπες προτάσεις που έχει ήδη καταθέσει διά του κ. Μητσοτάκη η κυβέρνηση για την αναθεώρηση του καταστατικού χάρτη της χώρας και δεν εξαντλούνται ασφαλώς στον νόμο περί ευθύνης υπουργών;

Μήπως αυτό που υποκρύπτεται εν τέλει πίσω από τις τοποθετήσεις όλων των συνταγματολόγων και μη είναι αυτό που επιδιώκει η αντιπολίτευση; Να ναυαγήσει δηλαδή η προσπάθεια της κυβέρνησης για να αποκτήσει το σύνταγμα μια σύγχρονη μορφή που ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της εποχής που διανύουμε;

Και πίσω βέβαια από τη συζήτηση για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών να διατηρείται παράλληλα στο προσκήνιο μια εντελώς λαϊκίστικη συζήτηση που βρίθει αφορισμών για την ατιμωρησία, τάχα, των πολιτικών προσώπων με αφορμή υποθέσεις όπως είναι π.χ. η τραγωδία των Τεμπών, μόνο και μόνο για να πέφτει έτσι νερό στον μύλο των αριστερών και δεξιών λαϊκιστών και να απαξιώνουν το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς;

Μια τακτική και μια κατεύθυνση που στο πρόσφατο παρελθόν άλλωστε έδειξε ότι μόνο κακό και διχασμό μπορεί να φέρει στην ίδια την κοινωνία και τα όποια πολιτικά οφέλη γι’ αυτούς τους λαϊκιστές να είναι παροδικά.