Από τη Ρώμη ως τη Στοκχόλμη, η «νέα Δεξιά» -ακριβέστερα, η Ακροδεξιά- δείχνει τα δόντια της: «Οι Αδελφοί της Ιταλίας» -με ευθείες αναφορές στον Μουσολίνι- είναι το φαβορί των εκλογών και ετοιμάζονται να κυβερνήσουν. «Είτε σας αρέσει είτε όχι, η Μελόνι θα γίνει πρωθυπουργός», έγραψε με κυνικό ρεαλισμό η «Washington Post», φιλοξενώντας παράλληλα μία συνέντευξή της.

Στη νέα σουηδική κυβέρνηση θα έχουν βαρύνοντα λόγο και οι «Σουηδοί Δημοκράτες», ο ιδρυτής των οποίων ήταν μέλος των Waffen SS, του στρατού του ναζιστικού κόμματος του Χίτλερ. Το κόμμα αυτό είχε μία πορεία ανάλογη της Χρυσής Αυγής – ξεκίνησε με ποσοστά κάτω από το 1% και ανέβαινε σε κάθε εκλογική διαδικασία. Καθώς μάλιστα η δραστηριότητά του δεν διακόπηκε -όπως συνέβη στην Ελλάδα- αυτή τη φορά ξεπέρασε το 20%, για να γίνει το μεγαλύτερο κόμμα παγκοσμίως με νεοναζιστικές ρίζες…

Οι αναλογίες είναι ευδιάκριτες: Οπως το 1933 η Γερμανία ζούσε μία δημοσιονομική τραγωδία που ανέβασε τον Χίτλερ στην εξουσία μέσω εκλογών, τώρα ολόκληρη η Ευρώπη βιώνει τη χειρότερη μεταπολεμική κρίση. Σε συνδυασμό με τα προβλήματα που προκαλεί το Μεταναστευτικό, αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εκτόξευση της λαϊκιστικής Ακροδεξιάς όπου στήνονται κάλπες.
akrodeksia_in__2_
Τζόρτζια Μελόνι Θα είναι, εκτός απροόπτου, η νέα πρωθυπουργός της Ιταλίας. Ως έφηβη είχε ενταχθεί στη Νεολαία του νεοφασιστικού «Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος», προτού μεταπηδήσει στην μπερλουσκονική «Εθνική Συμμαχία» και μετά στους «Αδελφούς της Ιταλίας». Υιοθετεί αντιευρωπαϊκές θέσεις, θεωρεί την παράνομη μετανάστευση «απειλή» και προτείνει ένα είδος «ναυτικού κλοιού» γύρω από την ιταλική χερσόνησο. Είναι ενάντια στην άμβλωση, στον γάμο ομοφυλόφιλων και στην υιοθεσία και ανατροφή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια

Μελόνι, η «αδελφή της Ιταλίας»

Η Τζόρτζια Μελόνι θα είναι, εκτός απροόπτου, η νέα πρωθυπουργός της Ιταλίας. Και μάλιστα η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός στη γειτονική χώρα, η οποία αναδεικνύεται σε ιέρεια της Ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρώπη, παίρνοντας τα σκήπτρα από τη Μαρίν Λεπέν, της οποίας τον δρόμο προς την εξουσία κλείνει -προς το παρόν τουλάχιστον- το γαλλικό εκλογικό σύστημα.

Οσο πλησιάζει η 25η Σεπτεμβρίου, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν όλο και μεγαλύτερα ποσοστά για τους «Αδελφούς της Ιταλίας». Αυτό το κόμμα ηγείται του δεξιού συνασπισμού με τη συμμετοχή της «Λέγκας» και της «Forza Italia» του Μπερλουσκόνι. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, τα τρία αυτά κόμματα ενδέχεται να αποσπάσουν αθροιστικά το 49,8% των ψήφων. Δεν αποκλείεται στο Κοινοβούλιο με περιστασιακές συμμαχίες να συγκεντρώσουν ακόμα και πλειοψηφία δύο τρίτων, η οποία θα τους επιτρέψει να επιβάλουν την ατζέντα τους, ακόμα και να αλλάξουν το Σύνταγμα.

Η κοινωνική κρίση και το κύμα πολιτικής αμφισβήτησης είναι που από το ταπεινό 4% στις εκλογές του 2018 εκτόξευσαν τους «Αδελφούς της Ιταλίας» στην πρώτη θέση σε όλες τις δημοσκοπήσεις (κοντά στο 25%). Κάτι το σφοδρό πλήγμα από την πανδημία και η αρχική κατάρρευση του συστήματος υγείας, κάτι το γεγονός ότι το δημόσιο έλλειμμα σκαρφάλωσε στο 9,5% του ΑΕΠ, κάτι η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί διαμόρφωσαν τη διάχυτη εντύπωση ότι η Ιταλία βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού και ότι η παθητικότητα των ιταλικών κυβερνήσεων απέναντι στο διευθυντήριο των Βρυξελλών είχε οδηγήσει τη χώρα σε αδιέξοδο.

Η Μελόνι κέρδιζε διαρκώς δημοτικότητα, υιοθετώντας αντιευρωπαϊκές θέσεις. Ποτέ δεν μίλησε για έξοδο της Ιταλίας από την Ευρωζώνη, αλλά πάντα αναφερόταν «στην Ευρώπη των εθνών και των πατριωτών», παίρνοντας ξεκάθαρη απόσταση από τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση. Δεν είναι τυχαίο ότι υποστηρίζει την τροποποίηση του ιταλικού Συντάγματος, προκειμένου το ιταλικό δίκαιο να υπερισχύει του ευρωπαϊκού. «Ας δώσουμε ελπίδα και δύναμη πίσω στην Ιταλία», είναι το μότο της.

Είναι ξεκάθαρο ότι όσο πλησιάζουν οι κάλπες ανεβάζει τους τόνους, χαϊδεύοντας τα αυτιά των ψηφοφόρων που αντιμετωπίζουν τις Βρυξέλλες ως μια πληγή που έχει κακοφορμίσει τα τελευταία χρόνια. Συγχρόνως, βρίσκει ευκαιρίες να καθησυχάσει τις αγορές, επιμένοντας, όμως, στο μοντέλο μιας πιο «ελαστικής Ευρώπης». Εχοντας συναίσθηση του σοκ που έχει προκαλέσει το δημοσκοπικό ποσοστό της, έσπευσε να περιπαίξει τους ιδεολογικούς της αντιπάλους λέγοντας: «Δεν είμαι τέρας. Μη φοβάστε».

Η Μελόνι γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970, στη Ρώμη. Η μητέρα της Αννα καταγόταν από τη Σικελία και ο φοροτεχνικός πατέρας της από τη Σαρδηνία. Εγκατέλειψε την οικογένεια, όταν ακόμα η Τζόρτζια και η αδελφή της Αριάννα ήταν μικρές, με αποτέλεσμα η σχέση μεταξύ πατέρα και κόρης να διαλυθεί. Η απώλεια αυτή λειτούργησε ενωτικά για τις τρεις γυναίκες, τη μαμά Αννα και τις δύο κόρες της. Οι δύο αδελφές παραμένουν μέχρι και σήμερα αχώριστες.

Με τις ευλογίες της μητέρας της εντάχτηκε στη Νεολαία του νεοφασιστικού κόμματος. Το 1996 η Μελόνι ανέλαβε την ηγεσία της «Φοιτητικής Δράσης», της φοιτητικής οργάνωσης του νεοφασιστικού κόμματος. Παράλληλα εργαζόταν ως μπαργούμαν στο «Piper Club», από τα διασημότερα νυχτερινά κέντρα της Ρώμης.

Δεν άργησε να μεταπηδήσει στην μπερλουσκονική «Εθνική Συμμαχία». Τo 1998 εξελέγη για πρώτη φορά σε αυτοδιοικητικό πόστο, σύμβουλος στην Περιφέρεια της Ρώμης. Το 2004 ήταν η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της «Νεανικής Δράσης», της Νεολαίας του κόμματος. Το 2006 εξελέγη στην Κάτω Βουλή της Ιταλίας και έγινε, μεταξύ άλλων, η νεότερη αντιπρόεδρος του Σώματος. Ταυτόχρονα, άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος.

Το 2008 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι τη διορίζει υπουργό Πολιτικών Νεολαίας στην τέταρτη κυβέρνησή του, την πιο νέα σε ηλικία υπουργό στην Ιστορία της Ιταλίας.

Τον Δεκέμβριο του 2012, οι Μελόνι, Λα Ρούσα και Κροσέτο ίδρυσαν το κόμμα «Αδελφοί της Ιταλίας», στο οποίο δεσπόζουν και επίγονοι του Μουσολίνι. Το όνομα το εμπνεύστηκε η ίδια από τον πρώτο στίχο του ιταλικού εθνικού ύμνου. Κανείς τότε δεν τους αντιμετώπιζε ως υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Στις εκλογές του 2013 οι «Αδελφοί της Ιταλίας», στο πλαίσιο εκλογικής συνεργασίας υπό τον Μπερλουσκόνι, πήραν 2% και 9 έδρες, με τη Μελόνι να επανεκλέγεται στην Κάτω Βουλή και να τοποθετείται επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.

Η Μελόνι θεωρεί την παράνομη μετανάστευση «απειλή για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα της Ιταλίας» και των οικογενειακών αξιών. Την άμβλωση την περιγράφει ως «ήττα». Και βέβαια δεν προκάλεσε εντύπωση όταν αντιτάχθηκε στον γάμο ομοφυλόφιλων και στην υιοθεσία και ανατροφή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια.

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, είχε εκφωνήσει μια αμφιλεγόμενη ομιλία σε συγκέντρωση που είχε διοργανώσει το ισπανικό ακροδεξιό κόμμα Vox. «Ναι στη φυσική οικογένεια! Οχι στα λόμπι της λεγόμενης κοινότητας LGBT», είχε κραυγάσει. Το γεγονός ότι οι θέσεις της βρίσκουν απήχηση (το καταδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις) εγείρει μείζονα πολιτικά ζητήματα για την Ιταλία και όχι μόνο.

Στο πλευρό της βρίσκεται επί χρόνια ο σύντροφός της και πατέρας του μοναχογιού της. Πρόκειται για τον γνωστό δημοσιογράφο, τηλεοπτικό αστέρα και συγγραφέα Αντρέα Τζιαμπρούνο. Αν και η ίδια είναι ανύπαντρη μητέρα, η Μελόνι δηλώνει σταθερά ότι είναι πρώτα χριστιανή, μητέρα και θεματοφύλακας των παραδοσιακών οικογενειακών αξιών. Οι πολέμιοί της πιστεύουν ότι ξεπερνάει κατά πολύ την παράδοση.

Εξάλλου, ένα βήμα πριν από τη νίκη, πέρα από την αντιμεταναστευτική και αντιευρωπαϊκή ρητορική του, το κόμμα της Μελόνι φλερτάρει και με το χαρτί της νοσταλγίας του φασισμού. Ενέταξε στα ψηφοδέλτιά του και την εγγονή του Μπενίτο Μουσολίνι, Ρακέλε, η οποία είχε κερδίσει τις περισσότερες ψήφους του συνδυασμού στις δημοτικές εκλογές της Ρώμης. Στο κοινό πρόγραμμά του, ο ακροδεξιός συνασπισμός προτείνει, μεταξύ άλλων, την αλλαγή της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας σε Προεδρική και μάλιστα εμπνευσμένη από το αμερικανικό Σύνταγμα. Σε αυτό, ο πρόεδρος έχει ενισχυμένες εξουσίες και μεγάλη αυτονομία οι Περιφέρειες.

Το Μεταναστευτικό δεν θα μπορούσε να λείπει από την κορυφή της λίστας και θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στη λέξη «κλειστό». Κλειστά λιμάνια, κλειστά κέντρα φιλοξενίας, κλειστή χώρα. Μετ’ επιτάσεως η Μελόνι προτείνει ένα είδος «ναυτικού κλοιού» γύρω από την ιταλική χερσόνησο, τον οποίο μετά από παρεμβάσεις χαρακτήρισε «κλοιό σε συνεργασία με τις Αρχές της Λιβύης».

Τι υπόσχεται, όμως, η οικονομική πολιτική της μελλοντικής δεξιάς κυβέρνησης; Τα τρία κόμματα έβγαλαν, για αρχή, από τη ναφθαλίνη μια πρόταση του Μπερλουσκόνι: Flat tax. Σε ρεπορτάζ της η εφημερίδα «La Repubblica» γράφει ότι όλοι οι άνεργοι θα ψηφίσουν τους «Αδελφούς της Ιταλίας».
akrodeksia_in__1_
Τζίμι Ακεσον Κατάφερε να αναδειχθεί ρυθμιστής στο πολιτικό σκηνικό της Σουηδίας μετά από 17 ολόκληρα χρόνια που βρισκόταν μεν στο τιμόνι του κόμματός του, αλλά στο πολιτικό περιθώριο. Οι «Σουηδοί Δημοκράτες» «είναι σήμερα μακράν το μεγαλύτερο κόμμα παγκοσμίως με νεοναζιστικές ρίζες», καθώς ο ιδρυτής του ήταν μέλος των Waffen SS. Η άνοδος του κόμματος βοηθήθηκε από το μεγάλο κύμα μετανάστευσης που δέχτηκε η Σουηδία. Αντλησε ψήφους τόσο από τους κόλπους της συντηρητικής παράταξης όσο και από τους σοσιαλδημοκράτες, ειδικά από αυτούς που ανήκουν στην εργατική τάξη

Η στροφή των Σουηδών

Και ενώ αυτά συμβαίνουν στο κέντρο του ευρωπαϊκού Νότου, στην Ιταλία, στον ευρωπαϊκό Βορρά εκδηλώνονται αντίστοιχες πολιτικές τάσεις. Η άνοδος της Ακροδεξιάς δεν είναι κάτι καινούριο για τις πλούσιες χώρες της Σκανδιναβίας.

Στη Δανία, στη Φινλανδία και στη Νορβηγία είχαμε τέτοιες. Οι πρόσφατες εκλογές στη Σουηδία, όμως, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για κάτι περισσότερο από τάση. Η Σουηδία, που είχε για δεκαετίες ταυτιστεί με την κοινωνικά προοδευτική σοσιαλδημοκρατία, στρέφεται σαφώς προς τα δεξιά. Ο ηγέτης της σουηδικής Ακροδεξιάς Τζίμι Ακεσον κατάφερε τελικά να αναδειχθεί ρυθμιστής στο πολιτικό σκηνικό της χώρας του, μετά από 17 ολόκληρα χρόνια που βρισκόταν ναι μεν στο τιμόνι του κόμματός του, αλλά στο πολιτικό περιθώριο. Με το άψογο χτένισμά του, τα γυαλιά και τα όμορφα κομμένα γένια του, ο 43χρονος κάζουαλ ντυμένος άνδρας μοιάζει με έναν μέσο Σουηδό.

Η στροφή σημειώθηκε όταν ο δεξιός συνασπισμός, με τη συμμετοχή και των ακροδεξιών, αναδείχθηκε πρώτη δύναμη στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές. Οι «Σουηδοί Δημοκράτες», με την εντυπωσιακή πορεία τους στις εκλογές, «είναι σήμερα μακράν το μεγαλύτερο κόμμα παγκοσμίως με νεοναζιστικές ρίζες», όπως δήλωσε χαρακτηριστικά στον «Guardian» ο καθηγητής Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Κάρλσταντ Τόμπιας Τουμπινέτε. Με 20,6% των ψήφων, ο Ακεσον βρίσκεται στη δεύτερη θέση του πολυκομματικού συστήματος της Σουηδίας, ξεπερνώντας όλα τα μέχρι πρότινος δημοφιλή δεξιά κόμματα.

Ο 43χρονος Ακεσον εντάχθηκε στο κόμμα τη δεκαετία του 1990, το οποίο ήταν ένα συνονθύλευμα ακροδεξιών στοιχείων. Είχε επωαστεί, άλλωστε, από το νεοναζιστικό κίνημα της Σουηδίας στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Βασική δεξαμενή του ήταν η ρατσιστική οργάνωση «Bevara Sverige Svensk», που καλούσε τους οπαδούς της να διατηρήσουν σουηδική τη Σουηδία.

Μετατράπηκε από τον Ακεσον σε ένα εθνικιστικό κόμμα. Ηταν εκείνος που δημιούργησε και στη συνέχεια διεύρυνε τη Νεολαία Sölvesborg. Το 2002 χρίστηκε γενικός γραμματέας της Νεολαίας και μόλις τρία χρόνια αργότερα ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος. Ελάχιστοι του έδωσαν σημασία, μια και τα ποσοστά του κόμματός του δεν ξεπερνούσαν το 1%.

Ο Ακεσον μεγάλωσε σε μια μεσοαστική οικογένεια με πατέρα επιχειρηματία και μητέρα που εργαζόταν ως βοηθός ιατρού στο Sölvesborg, μια πόλη 9.000 κατοίκων στη νότια Σουηδία. Εκεί, στις αγροτικές μικρές πόλεις και στα αγροκτήματα ήταν που το κόμμα έχτισε τα προπύργιά του, εν μέσω ανησυχιών για τις πυκνοκατοικημένες από μετανάστες γειτονικές πόλεις.

Αμέσως μετά την αποφοίτησή του, ο Ακεσον σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Λουντ, όπου συνδέθηκε με την ομάδα που έγινε γνωστή ως «Συμμορία των Τεσσάρων». Ηταν οι μελλοντικοί ηγέτες του κόμματος Richard Jomshof, Mattias Karlsson και Björn Söder, οι οποίοι συνέχισαν να χτίζουν την εκλογική βάση του κόμματος. Το μήνυμά τους ήταν λιτό και ευανάγνωστο: το ειρηνικό κοινωνικό κράτος της Σουηδίας καταστρέφεται μέρα με τη μέρα από την αθρόα μετανάστευση μουσουλμάνων.

Το κόμμα αναμορφώθηκε πολλαπλώς υπό την ηγεσία του Ακεσον. Η άνοδός του συνέπεσε και βοηθήθηκε από το μεγάλο κύμα μετανάστευσης που δέχτηκε η Σουηδία. Η χώρα των 10,3 εκατομμυρίων κατοίκων έχει υποδεχτεί περίπου μισό εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες μονάχα την τελευταία δεκαετία. Οσο κέρδιζε ψηφοφόρους, τόσο πλήθαιναν οι κατηγορίες που είχαν να κάνουν με ναζιστικές πρακτικές. Μέλη του κόμματος με σβάστικες, επιθέσεις σε μετανάστες και άλλα παρόμοια περιστατικά απείλησαν τη φρενήρη άνοδο του Ακεσον προς την εξουσία.

Σε μια προσπάθεια να διατηρήσει τα προσχήματα, τον Οκτώβριο του 2012, εισήγαγε «μηδενική ανοχή κατά του ρατσισμού και του εξτρεμισμού» στο κόμμα. Το 2015, διέγραψε ολόκληρη την οργάνωση της Νεολαίας, εξαιτίας των δεσμών της με ακροδεξιούς εξτρεμιστές. Οι επικριτές του λένε, ωστόσο, ότι οι εκκαθαρίσεις αφορούσαν μονάχα απλά μέλη, ενώ όσοι βρίσκονται ψηλά στην κομματική ιεραρχία έχουν ασυλία.

Εδώ και χρόνια ο Ακεσον καλλιεργεί με προσοχή το προφίλ ενός συνηθισμένου Σουηδού. Ενός νέου πολιτικού που περνάει τον ελεύθερο χρόνο του με φίλους, κάνοντας μπάρμπεκιου, μιλώντας με απλό κόσμο στον δρόμο και απολαμβάνοντας συχνά ταξίδια στα Κανάρια Νησιά, με οικονομική πτήση και σε ξενοδοχεία τριών αστέρων. Λάτρης των αστυνομικών μυθιστορημάτων, της πίτσας και του φαστ φουντ, ο Ακεσον είναι διαζευγμένος και έχει έναν γιο οκτώ ετών.

Το 2014 παραδέχτηκε ότι υπέφερε από χρόνιο εθισμό στον διαδικτυακό τζόγο. Μετά την ανακοίνωσή του, πήρε εξάμηνη άδεια από την πολιτική. Χρειαζόταν χρόνο, καθώς υπέφερε από επαγγελματική εξουθένωση.

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου φάνηκε να εμπνέεται από τον Ντόναλντ Τραμπ, υιοθετώντας το σύνθημα «Η Σουηδία πρέπει να είναι καλά ξανά». Ενδιαφέρον, πάντως, προκαλεί ότι άντλησε ψήφους τόσο από τους κόλπους της συντηρητικής παράταξης όσο και από τους σοσιαλδημοκράτες, ειδικά από αυτούς που ανήκουν στην εργατική τάξη.

Εκτός από την Ιταλία και τη Σουηδία, το μόνο σίγουρο είναι ότι όσο οι Ευρωπαίοι πιέζονται και μάλιστα τόσο ασφυκτικά από την ενεργειακή κρίση και τον πληθωρισμό, όσο η Αριστερά δεν θα είναι ελκυστική ως υποδοχέας της διογκούμενης πολιτικής δυσαρέσκειας, τόσο η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά ή Νέα Δεξιά θα κερδίζει έδαφος και στον Νότο και στον Βορρά της Ευρώπης. Και όλα δείχνουν πως είμαστε ακόμα στην αρχή…