Σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο της Άλις Βάιντελ στο σκάνδαλο παράνομων δωρεών προς την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) προκαλεί η διαρροή περισσότερων από 420.000 εσωτερικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων του κόμματος, τα οποία φαίνεται να διαψεύδουν προηγούμενους ισχυρισμούς της.

Σύμφωνα με έρευνα των γερμανικών μέσων Der Spiegel, ZDF και Der Standard, η Βάιντελ γνώριζε για τη σχεδιαζόμενη χρηματοδότηση της προεκλογικής της εκστρατείας το 2017 αρκετές εβδομάδες νωρίτερα από ό,τι είχε παραδεχθεί δημοσίως.

Ειδικότερα, σε μήνυμα που φέρεται να απέστειλε τον Ιούλιο του 2017 στον τότε ταμία της AfD, ανέφερε ότι είχε ήδη ενημερωθεί για τις δωρεές. Ωστόσο, όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση, είχε υποστηρίξει ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη των χρημάτων μόλις τον Σεπτέμβριο και ότι τάχθηκε υπέρ της επιστροφής τους.

Πρόστιμο 396.000 ευρώ για παράνομες δωρεές

Η υπόθεση αφορά 132.000 ευρώ, τα οποία διοχετεύθηκαν στην AfD μέσω διαμεσολαβητών στην Ελβετία, κατά παράβαση των γερμανικών κανόνων χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων. Για τις επίμαχες δωρεές επιβλήθηκε στο κόμμα πρόστιμο 396.000 ευρώ.

Η AfD αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με τη γνησιότητα των μηνυμάτων, καλώντας παράλληλα τα μέσα ενημέρωσης να μη δημοσιοποιούν υλικό που προέρχεται από υποκλοπή δεδομένων.

Οι χάκερ που δημοσιοποίησαν το αρχείο υποστήριξαν, μιλώντας στην εφημερίδα Die Zeit, ότι στόχος τους ήταν η ενίσχυση της διαφάνειας και της δημόσιας λογοδοσίας.

Νέα πίεση για την απαγόρευση της AfD

Οι αποκαλύψεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η AfD προηγείται στις εθνικές δημοσκοπήσεις, ενώ συνεχίζεται η συζήτηση στη Γερμανία για το ενδεχόμενο απαγόρευσής της λόγω κατηγοριών περί απειλής της δημοκρατικής συνταγματικής τάξης.

Η νέα διαρροή ενδέχεται να ενισχύσει την πολιτική πίεση προς το κόμμα, χωρίς ωστόσο το σκάνδαλο χρηματοδότησης να συνιστά αυτοτελώς επαρκή νομική βάση για την απαγόρευσή του.

Από την πλευρά της, η AfD απορρίπτει τις σχετικές κατηγορίες ως πολιτικά υποκινούμενες, ενώ η γερμανική υπηρεσία εσωτερικών πληροφοριών απέφυγε να διευκρινίσει εάν πρόκειται να εξετάσει τα νέα στοιχεία.