Το ψηφιακό περιβάλλον ως παγκόσμιο κοινό αγαθό

by MANIFESTO

Μία από τις συνέπειες της πανδημίας του κορονοϊού ήταν η απότομη αύξηση της σπουδαιότητας του ψηφιακού περιβάλλοντος στις κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητες. Η εξ αποστάσεως εργασία και η εκπαίδευση, οι απομακρυσμένες υπηρεσίες και η ηλεκτρονική επικοινωνία κέρδισαν περισσότερο έδαφος έναντι της προσωπικής επαφής λόγω των απαγορεύσεων του λοκντάουν – όλα αυτά έχουν αναμφίβολα καταστεί, αν όχι ένας νέος τρόπος ζωής, κοινός τόπος για όλους.
του Έρολ Ούσερ* 

Ως εκ τούτου, η επιδημία συνέβαλε παράδοξα στην ποιοτική αύξηση της ψηφιοποίησης των δημοσίων σχέσεων. Στο πλαίσιο του μεταμοντέρνου 21ου αιώνα, μπορεί κανείς να δει τις εξαιρετικά ελάχιστες θετικές συνέπειες του κορονοϊού. Η κατάργηση παλαιών προ-ψηφιακών «αναλογικών» συνηθειών και συμπεριφορών, που υπό κανονικές συνθήκες θα χρειάζονταν χρόνια, αν όχι δεκαετίες, συντελέστηκε πολύ γρήγορα και γενικά αρκετά αποτελεσματικά υπό το φόβο της πανδημίας. Ως έναν βαθμό, ο κορονοϊός έδωσε το έναυσμα για τη συνολική ψηφιοποίηση της ζωής μας.

Η παραπάνω μεταβολή αντικατοπτρίστηκε στο επίπεδο της παγκόσμιας πολιτικής λήψης αποφάσεων. Το αίτημα για τη νέα στρατηγική, με τον τίτλο «Μεγάλη Επαναφορά», η οποία έγινε δημοφιλής τον περσινό χρόνο, εκτός από τις πράσινες τεχνολογίες και πολλά άλλα πράγματα, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ποιοτικά διαφορετική συνολική ψηφιοποίηση των δημοσίων σχέσεων. Με αυτό συνδέονται οι κύριες ελπίδες για τη μελλοντική ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Είναι σημαντικό ότι αυτό το θέμα αναδείχθηκε σε ένα από τα κύρια ζητήματα στο πρόσφατο εικονικό φόρουμ του Νταβός στα τέλη Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, και συζητείται έντονα και σε άλλες διεθνείς πλατφόρμες.

Αλλά ταυτόχρονα, αυτή η επιτάχυνση της ψηφιοποίησης έχει επίσης φέρει στο προσκήνιο τα σοβαρά προβλήματα και τις προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η παγκόσμια κοινωνία. Μία από τις αρνητικές πτυχές είναι το γενεαλογικό ψηφιακό χάσμα – οι ηλικιωμένοι, ως επί το πλείστον, επηρεάστηκαν πολύ λιγότερο από το προηγούμενο στάδιο της ψηφιοποίησης και δεν ήταν ψυχολογικά προετοιμασμένοι για μια συνολική «εμβάπτιση», ευρισκόμενοι σε πιο ευάλωτη θέση από ό,τι οι νεότερες ηλικιακές ομάδες. Το γενικό ψηφιακό χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών έγινε πιο έντονο, τόσο σε επίπεδο μεμονωμένων χωρών όσο και στο εγχώριο επίπεδο των χωρών όπου υπάρχει σαφής διαφορά εισοδήματος και μορφής κατανάλωσης μεταξύ των «προηγμένων» πρωτευουσών και των άλλων μεγάλων πόλεων αφενός,  και της υπόλοιπης επικράτειας αφετέρου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι προσπάθειες θέσπισης μιας εξ αποστάσεως εκπαίδευσης στα σχολεία περιορίστηκαν λόγω του ότι ούτε οι μαθητές ούτε οι δάσκαλοι διέθεταν τα απαραίτητα εργαλεία και τα τεχνικά μέσα. Το τελευταίο είναι ακόμη πιο σημαντικό, καθώς οι χαμηλοί μισθοί για τους δασκάλους των σχολείων σε ορισμένες χώρες έχουν καταστεί απτό εμπόδιο στη μετάβαση στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση.

Επομένως, τα κοινωνικά χάσματα μέσα στην κοινωνία έχουν οδηγήσει στο γεγονός ότι, στο πλαίσιο της ψηφιακής εκπαίδευσης σε μαζικό σχολικό επίπεδο (και όχι των ελίτ), απλά δεν υπάρχουν μαθητές για να διδαχθούν. Αυτό οφείλεται στο ότι η οικονομική κατάσταση των εκπαιδευτικών δεν τους επιτρέπει να παρέχουν την απαιτούμενη πρόσβαση στα τεχνικά μέσα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.

Σε συνδυασμό με αυτά τα κοινωνικά προβλήματα, η τάση προς τη συνολική ψηφιοποίηση, η οποία περιγράφεται ξεκάθαρα τώρα, έχει δημιουργήσει νέους φόβους ότι αυτός ο «συνολικός αριθμός» θα καταστρέψει εντελώς τα ανθρώπινα δικαιώματα που αποκτήθηκαν στα προηγούμενα στάδια της κοινωνικής ανάπτυξης. Αυτά περιλαμβάνουν, πρωτίστως, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, το απόρρητο της αλληλογραφίας, το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και της έκφρασης και πολλά άλλα. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, η πλήρης ψηφιοποίηση σημαίνει όχι μόνο και όχι τόσο ολοκληρωμένη πρόσβαση σε απομακρυσμένες υπηρεσίες, αλλά και πλήρη έλεγχο των δραστηριοτήτων τόσο ενός ατόμου όσο και της κοινωνίας στο σύνολό της.

«Ως εκ τούτου, κατά το έτος της πανδημίας, η πολιτικά μη ορθή έκφραση «ψηφιακό στρατόπεδο συγκέντρωσης» έχει καταστεί αρκετά κοινότοπη, με τη βοήθεια της οποίας το μέλλον της ανθρωπότητας περιγράφηκε με τα πιο μελανά χρώματα».

Και αυτή η δημόσια τάση είναι αρκούντως ενδεικτική. Επιπλέον, υπήρξαν όλο και πιο διαδεδομένες αναλογίες με την τεχνολογική δυστοπία που απεικονίζεται στην ταινία «The Matrix».

Μια άλλη πτυχή αυτών των ανησυχιών σχετίζεται με το πρόβλημα της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο της συνολικής ψηφιοποίησης. Οι συνεχείς διαρροές από φαινομενικά αξιόπιστους προστατευμένους διακομιστές έχουν γίνει σχεδόν καθημερινή ρουτίνα, στην οποία έχουμε ήδη συνηθίσει. Δεν λαμβάνουμε σοβαρά υπόψιν μας το εν λόγω πρόβλημα, παρά μόνο όταν αυτή η διαρροή πληροφοριών μας επηρεάσει προσωπικά. Όποιοι και αν είναι οι λόγοι για τις διαρροές των προσωπικών μας δεδομένων, είτε πρόκειται για τεχνολογική πειρατεία από χάκερ είτε για παράγοντα ανθρώπινης διαφθοράς που παρέχει πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες, σε κάθε περίπτωση, η συνολική ψηφιοποίηση καθιστά σαφές ότι θα συνοδεύεται με την απειλή διαρροής και αποκάλυψης των προσωπικών δεδομένων και άλλων πληροφοριών.

Το επόμενο σημαντικό σημείο αφορά την πολιτικοποίηση του συνολικού ψηφιακού περιβάλλοντος. Ο αποκλεισμός των λογαριασμών του Ντόναλντ Τραμπ, πρώτα στο Twitter και, εν συνεχεία, σε άλλα κοινωνικά δίκτυα, εξέθεσε το πρόβλημα με ιδιαίτερα έντονο τρόπο. Έθεσε άμεσα το ζήτημα της παγκόσμιας ψηφιακής λογοκρισίας. Και αυτή η λογοκρισία δεν θα πραγματοποιηθεί ούτε από τα κράτη (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εξουσιοδοτημένα να χρησιμοποιούν βία, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής βίας), αλλά από ιδιωτικές εταιρείες, και αυτό θα είναι ένα διασυνοριακό φαινόμενο.

Αυτό, με τη σειρά του, ανέδειξε τον επείγοντα χαρακτήρα του προβλήματος της «ψηφιακής κυριαρχίας». Σε τελική ανάλυση, εάν η ολική ψηφιοποίηση καταστεί όχι μόνο κανόνας ζωής, αλλά κύρια βάση για τη λειτουργία μιας παγκόσμιας κοινωνίας, και η ρυθμιστική της αρχή δεν είναι τα κράτη, αλλά ιδιωτικές εταιρείες που παρέχουν σχεδόν μονοπωλιακές τεχνολογικές πλατφόρμες για την ηλεκτρονική δραστηριότητα των ανθρώπων, τότε καταλήγουμε στο ερώτημα γιατί χρειάζονται ακόμη τα κράτη. Ίσως το σύστημα των θεσμών της παγκόσμιας διακυβέρνησης να μπορούσε να αλλάξει ανάλογα, έτσι ώστε εκπρόσωποι του Facebook, του Twitter, του Instagram και άλλων να συμμετάσχουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ως μόνιμα μέλη. Συμφωνούμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι εξαιρετικά επαναστατική ως προς το μετασχηματιστικό της αντίκτυπο στις διεθνείς σχέσεις. Και αν πριν από ένα χρόνο όλα αυτά φάνταζαν μια άλλη ουτοπία (ή δυστοπία, δεν έχει σημασία), τώρα τίθεται το ερώτημα, γιατί όχι; Σε τελική ανάλυση, η όλη λογική της συνολικής παγκόσμιας ψηφιοποίησης εγείρει το ζήτημα της διασφάλισης ότι οι πάροχοί της λαμβάνουν την πολιτική τους εκπροσώπηση τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε εθνικό επίπεδο.

«Εάν ο ψηφιοποιημένος κόσμος απλά δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτούς, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κυβερνήσουν τον κόσμο αυτόν».

Οι προσπάθειες των κρατών να αντισταθμίσουν την παραπάνω εξέλιξη στον αγώνα που διεξάγουν για τη διατήρηση της ψηφιακής τους κυριαρχίας μπορούν να έχουν διαφορετικές μορφές. Το πιο προφανές από αυτές είναι η κινεζική εμπειρία η οποία έχει δημιουργήσει δικές της πλατφόρμες κοινωνικών μέσων που ελέγχει απόλυτα και εμποδίζει την πρόσβαση στη δική της επικράτειας σε παγκόσμιες (αμερικανικές) πλατφόρμες. Αυτό που μένει να δούμε είναι κατά πόσο άλλες χώρες θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της Κίνας.

Σε κάθε περίπτωση, η συνολική ψηφιοποίηση που έχει επιταχυνθεί απότομα με την πανδημία εγείρει το ερώτημα τι σημαίνει η εν λόγω ψηφιοποίηση για την κοινωνία και τα άτομα. Στη λογική της πλέον δημοφιλούς έννοιας των «παγκόσμιων κοινών αγαθών», το ψηφιακό περιβάλλον θεωρείται ως ένα από τα βασικά στοιχεία αυτού του συστήματος του δημόσιου τομέα (μαζί με την οικολογία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις κοινές αξίες κ.λπ.). Ωστόσο, είναι προφανές ότι η παγκόσμια κοινωνία πρέπει να είναι σίγουρη ότι το ψηφιακό αυτό περιβάλλον δεν θα χρησιμεύσει ως πηγή απειλών για την ίδια που σχετίζεται με τον απόλυτο έλεγχο, τη λογοκρισία και τον κίνδυνο διαρροής δεδομένων. Μέχρι στιγμής, δεν υφίσταται τέτοια εμπιστοσύνη.


*O Έρολ Ούσερ (Erol User) είναι πρόεδρος και CEO της USER HOLDİNG. Επιχειρηματίας και φιλάνθρωπος, πρόκειται έναν από τους καινοτόμους παίκτες της επιχειρηματικής τουρκικής σκηνής. Η USER HOLDİNG είναι επενδυτική τραπεζική εταιρεία που προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες τόσο σε τουρκικές όσο και διεθνείς εταιρείες.

Σχετικα Αρθρα

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies και άλλες τεχνολογίες καταγραφής για να εξασφαλίσει την σωστή λειτουργία της Δέχομαι Περισσότερα