Την περασμένη Τρίτη, μια λιτή ανακοίνωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Στέλιου Πέτσα έβαλε τέλος σε μια μακρόσυρτη σεναριολογία για τον Γιάννη Στουρνάρα: «Η κυβέρνηση προτείνει την ανανέωση της θητείας τον νυν διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος».

Η ανακοίνωση αυτή έγινε σε μια μη αναμενόμενη στιγμή και αιφνιδίασε πολλούς, αλλά όχι τον κ. Στουρνάρα, ο οποίος γνώριζε τις προθέσεις του Πρωθυπουργού. Ο 64χρονος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος βρίσκεται στον δημόσιο βίο από το 1985 και έζησε από κοντά σημαντικές επιτυχίες και μεγάλες καταστροφές, έκανε έμπιστους φίλους και φανατικούς εχθρούς.

Η περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ δοκίμασε τις αντοχές του και κατέληξε με την παραπομπή του σε Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για την υπόθεση Novartis. Οι εντάσεις δεν θα λείψουν από τη ζωή του. Η πρόσφατη πρότασή του για τη δημιουργία μιας bad bank για τα κόκκινα δάνεια προκαλεί αντιδράσεις στο τραπεζικό σύστημα, στελέχη του οποίου επισημαίνουν ότι αντιστρατεύεται την άλλη επιλογή, των τιτλοποιήσεων, που προβλέπεται στο σχέδιο «Ηρακλής».

Η σύγκρουση με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος αντιτείνει ότι από το 2015 τα κόκκινα δάνεια βρίσκονται στο 45% του χαρτοφυλακίου δανείων χωρίς να μειώνονται, ότι η bad bank δεν αποτελεί υποκατάστατο, αλλά συμπλήρωμα του «Ηρακλή», ότι η συμμετοχή των τραπεζών θα είναι προαιρετική και ότι θέλει να διαθέτει και άλλα εργαλεία. Από τα μέσα του 2015 ως τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019, ο Στουρνάρας έγινε το πρόσωπο της διαμάχης ανάμεσα στους ευρωπαϊστές και στον λαϊκισμό. Αισθάνθηκε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση τον ήθελε αχυράνθρωπο, ώστε να ελέγξει το τραπεζικό σύστημα και να δημιουργήσει δικό της κύκλο φιλικών επιχειρηματιών. Η προσπάθεια επικεντρώθηκε στην Τράπεζα Αττικής και στη χρηματοδότηση επίδοξων καναλαρχών. Ο κεντρικός τραπεζίτης επέλεξε να προασπίσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δεν υπέκυψε στις πιέσεις για παραίτηση και η σύγκρουση έγινε αναπόφευκτη.

Ο Βενιζέλος και η δικαίωση

Ακόμα και στις χειρότερες στιγμές αυτού του δημόσιου πολέμου, ο Στουρνάρας δεν είχε φανταστεί ότι θα στεκόταν απολογούμενος στο βήμα της Βουλής για τη Novartis υπερασπιζόμενος τον εαυτό του και τη σύζυγό του. Μετά τις αποκαλύψεις που έγιναν στην Προκαταρκτική Επιτροπή της Βουλής, οι τότε εμπλεκόμενοι αισθάνονται δικαιωμένοι, όπως φάνηκε από τον χαιρετισμό του Ευάγγελου Βενιζελου, την Τρίτη, στη διαδικτυακή εκδήλωση του «Κύκλου» για την απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, στην οποία συμμετείχε και ο Βασίλης Σκουρής, πρώην πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο Βενιζέλος αναφέρθηκε στις κοινές εμπειρίες της περιόδου 2012 – 2015 και 2015-2019, πρόσθεσε ότι οι επιθέσεις που δέχθηκαν «υπερέβαιναν κάθε μέτρο ανθρώπινης ευαισθησίας και πολιτισμού – αναφέρομαι στη γνωστή υπόθεση η οποία τώρα έχει καταγραφεί ως σκευωρία» και ευχήθηκε στον Στουρνάρα να «είναι σιδερένιος, ανθεκτικός και αποτελεσματικός και στη δεύτερη θητεία του, όπως και στην πρώτη».

Το ΚΚΕ και η θέση συμβούλου του Σημίτη

Κρίνοντας από την πολυτάραχη σταδιοδρομία του, ανθεκτικός είναι ο Στουρνάρας. Το 1985, ο πρύτανης του St. Catherine’s στην Οξφόρδη σερ Πάτρικ Μερν απόρησε όταν ο 29χρονος λέκτορας και ερευνητής στο Ινστιτούτο Ενεργειακών Σπουδών τού ανακοίνωσε ότι επιστρέφει στην Ελλάδα. «Θα είσαι τρελός αν αφήσεις την Οξφόρδη σε αυτή την ηλικία» του είπε. Ο Στουρνάρας όμως είχε αποφασίσει να δεχθεί τη θέση ειδικού συμβούλου στο υπουργείο Οικονομίας, στο οποίο υφυπουργός ήταν ο Γιάννος Παπαντωνίου και υπουργός ο Κώστας Σημίτης. Και οι δύο τού επισήμαναν αμέσως ότι η θέση είναι πολιτική. «Στην οικογένειά μου ψηφίζουμε παραδοσιακά ΚΚΕ» απάντησε ο Στουρνάρας. Οι συνομιλητές του απόρησαν. «Ψηφίζεις ΚΚΕ και είσαι λέκτορας στην Οξφόρδη;». Παρότι η επαγγελματική πορεία του συνδέθηκε άρρηκτα με το ρεύμα του εκσυγχρονισμού – ΠαΣοΚ ψήφισε για πρώτη φορά το 1989 -, το ΚΚΕ ποτέ δεν του επιτέθηκε προσωπικά. Ο πατέρας του, Θανάσης Στουρνάρας, ήταν γραμματέας του ΕΑΜ Φθιώτιδας και Εύβοιας, αλλά δεν μεγάλωσε με ιδεολογικές παρωπίδες τα παιδιά του, τα οποία έμαθαν την κομματική του ιδιότητα μετά τον θάνατό του.

 

Διαβάστε περισσότερα: 

Η ένταξη στην ΟΝΕ και οι κατηγορίες

Το 1989 το ΠαΣοΚ έχασε τις εκλογές και εκείνος τοποθετήθηκε σύμβουλος σε θέματα νομισματικής πολιτικής στην Τράπεζα της Ελλάδος. Στη συνέχεια (1994) ανέλαβε τη θέση του προέδρου του ΣΟΕ με υπουργό Οικονομικών τον Παπαντωνίου, ο οποίος προετοίμαζε την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Το 1998, η υποτίμηση της δραχμής ήταν μια πυρηνική βόμβα στα χέρια της κυβέρνησης. Οι χειρισμοί απαιτούσαν άκρα μυστικότητα και γι’ αυτό στήθηκε μια επιχείρηση στρατιωτικού τύπου στην οποία συμμετείχαν λίγα πρόσωπα εμπιστοσύνης: Κ. Σημίτης, Γ. Παπαντωνίου, Λ. Παπαδήμος, Τ. Γιαννίτσης, Ι. Στουρνάρας, Ν. Γκαργκάνας και Π. Θωμόπουλος. Η διαπραγμάτευση με τα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων ήταν σκληρή αλλά έληξε ανέλπιστα θετικά για την Ελλάδα. Το φθινόπωρο του 1999 ξέσπασε η κρίση του Χρηματιστηρίου. Οι χειρισμοί του Στουρνάρα προκειμένου να συγκροτηθεί η συνεχιζόμενη πτώση τον έφεραν αντιμέτωπο με κατηγορίες για χειραγώγηση, αν και δεν έλειπαν οι υπερασπιστές του που πίστευαν ότι οι επιλογές του ήταν μονόδρομος προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ – υπογράφηκε τρεις μήνες αργότερα.

Δεν εισακούστηκε από τον Παπανδρέου

Στη δεύτερη θητεία Σημίτη ο Στουρνάρας τοποθετήθηκε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Εμπορικής Τράπεζας, η κυβέρνηση Καραμανλή τον βρήκε στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της ΚΑΠΠΑ Χρηματιστηριακής, με αντικείμενο την προσέλκυση ξένων επενδύσεων στο Ελληνικό Χρηματιστήριο. Στη συνέχεια ανέλαβε γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ. Παρότι εκλήθη σε κλειστή σύσκεψη του επιτελείου του Γιώργου Παπανδρέου λίγο πριν από τις εκλογές του 2009,για τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής, οι απόψεις του δεν εισακούστηκαν και έμεινε εκτός κυβέρνησης.

Η υπουργοποίηση

Τον Μάιο 2012 του τηλεφώνησε ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός Παναγιώτης Πικραμμένος και του πρότεινε να γίνει υπουργός Ανάπτυξης στην κυβέρνησή του. Μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012 σχηματίστηκε τρικομματική κυβέρνηση (ΝΔ, ΠαΣοΚ, ΔΗΜΑΡ) με πρωθυπουργό τον Αντώνη Σαμαρά. Η πρώτη επιλογή του νέου Πρωθυπουργού για το υπουργείο Οικονομικών ήταν ο Βασίλης Ράπανος, ο οποίος αρνήθηκε τη θέση για λόγους υγείας. Επόμενος στη λίστα ο Στουρνάρας, ο οποίος επισκέφθηκε τον Σαμαρά στο σπίτι του στην Κηφισιά. Ο Πρωθυπουργός του ανακοίνωσε ότι οι τρεις πολιτικοί αρχηγοί είχαν συμφωνήσει ένα πρόγραμμα δαπανών ύψους 15 δισεκατομμυρίων ευρώ. «Εγώ αυτό δεν το αναλαμβάνω» είπε στον Σαμαρά, ο οποίος τον καθησύχασε και ξεκίνησε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Με τον Βενιζέλο υπήρξαν στην αρχή τριβές, οι οποίες εξομαλύνθηκαν πλήρως όταν χρειάστηκε να συνεργαστούν στενά τον Νοέμβριο του 2012, που το Eurogroup αποφάσισε ότι αν η Ελλάδα είχε πρωτογενή πλεονάσματα, θα γίνονταν περαιτέρω παρεμβάσεις στο χρέος.

Η σχέση εκτίμησης με τον Μητσοτάκη

Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη αναπτύχθηκε σχέση εκτίμησης στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων των υπουργών της κυβέρνησης Σαμαρά με την τρόικα – και οι δύο υποστήριζαν τη μεταρρυθμιστική ατζέντα. Η παραμονή του στην Τράπεζα της Ελλάδος προκάλεσε την αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ, που τη συνέδεσε με πρόωρες εκλογές και νέα μνημόνια. Ο Στουρνάρας, όμως, εξακολουθεί να διατηρεί σχέσεις φιλίας με ένα κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ ενώ η Κριστίν Λαγκάρντ προσφάτως τον τοποθέτησε πρόεδρο της Επιτροπής Αναθεώρησης της ΕΚΤ, στην οποία τον είχε κάνει μέλος ο Μάριο Ντράγκι προκειμένου να τον στηρίξει σε μια άλλη καθοριστική στιγμή.

Της Δήμητρας Κρουστάλλη από το Βήμα της Κυριακής