Σε θετικό έδαφος διατηρείται η πορεία των ελληνικών εξαγωγών κατά το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου του 2019. Ύστερα από την κάμψη που καταγράφηκε τον Αύγουστο, τον Σεπτέμβριο επανεμφανίστηκαν σημάδια δυναμικής, παρά την έντονη αβεβαιότητα και τα εμπόδια που αναδύονται διαρκώς στο παγκόσμιο εμπόριο (BREXIT, δασμοί Τραμπ). Οι Έλληνες εξαγωγείς συνεχίζουν την προσπάθεια να επεκτείνουν το διεθνές αποτύπωμά τους και να διεισδύσουν σε νέες αγορές.

Σύμφωνα με ανάλυση του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), επί των προσωρινών στοιχείων της ΕΛ-ΣΤΑΤ οι εξαγωγές, συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών, για το 9μηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου του 2019, αυξάνονται συνολικά κατά 544 εκατ. ευρώ ή κατά 2,2% και ανήλθαν σε 24,93 δισ. ευρώ από 24,39 δισ. ευρώ, ενώ χωρίς τα πετρελαιοειδή αυξήθηκαν στα 16,71 δισ. ευρώ από 15,92 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 791,5 εκατ. ευρώ ή κατά 4,97%.

Οι εισαγωγές στο διάστημα Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2019 αυξήθηκαν κατά 1,54 δισ. ευρώ ή κατά 3,9%, με τη συνολική τους αξία να διαμορφώνεται στα 40,65 δισ. ευρώ έναντι 39,11 δισ. ευρώ κατά το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2018. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, οι εισαγωγές αυξήθηκαν στα 29,1 δισ. ευρώ από 27,3 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά σχεδόν 1,85 δισ. ευρώ ή κατά 6,8%.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω κινήσεων, το εμπορικό έλλειμμα ενισχύθηκε το πρώτο εννεάμηνο του 2019 κατά 993,4 εκατ. ευρώ ή κατά 6,7%, στα 15,72 δισ. ευρώ από 14,72 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2018. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το εμπορικό έλλειμμα αυξήθηκε στα 12,42 δισ. ευρώ από 11,37 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 1,05 δισ. ευρώ, ή κατά 9,3%.

Η Ιταλία εξακολουθεί και κατά τους πρώτους εννιά μήνες του 2019 να αποτελεί το σημαντικότερο προορισμό των ελληνικών εξαγωγών ενώ στη δεύτερη θέση έχει ανέλθει η Γερμανία, η οποία βρισκόταν στην 3η θέση στο αντίστοιχο περσινό εννεάμηνο. Ακολουθεί η Κύπρος με άνοδο μίας θέσης στη σχετική κατάταξη και μετά η Τουρκία, προς την οποία η σημαντική μείωση των εξαγωγών ελληνικών προϊόντων (κατά -19,9%)το πρώτο εννεάμηνο του 2019 οδήγησαν στο να χάσει δύο θέσεις.

Ακολουθούν η Βουλγαρία, οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο στις θέσεις 5 έως 7, όλες μία θέση παραπάνω από το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Στην 8η θέση βρίσκεται ο Λίβανος, προς τον οποίο επίσης σημειώθηκε σημαντική μείωση των ελληνικών εξαγωγών (κατά -17,3%) και έτσι υποχώρησε από την 5η θέση που ήταν το 2018. Στην 9η θέση, βρίσκεται η Γαλλία (από 11η) προς την οποία καταγράφεται μεγάλη άνοδος των εξαγωγών (+27,2%), ενώ την πρώτη δεκάδα των κυριότερων προορισμών των ελληνικών εξαγωγών, συμπληρώνει η Ισπανία, η οποία βρισκόταν σε αυτή τη θέση και το πρώτο εννεάμηνο του 2018.

   Οι επιδόσεις κατά μεγάλες κατηγορίες προϊόντων

Με βάση τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το εννεάμηνο Ιανουάριος-Σεπτέμβριος του 2019 για τις εξαγωγές κατά μεγάλες κατηγορίες προϊόντων, η μικρή αύξηση των ελληνικών αποστολών προκύπτει κυρίως από την ενίσχυση των εξαγωγών των βιομηχανικών προϊόντων, αλλά και των πρώτων υλών. Πτωτικά κινήθηκαν οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων ενώ μικρή μείωση εμφανίζουν και οι εξαγωγές καυσίμων.

Αναλυτικότερα, όσον αφορά στα αγροτικά προϊόντα, η μείωση (-4%) των εξαγωγών, σε 4.290,2 εκατ. ευρώ από 4.467,6 εκατ. ευρώ, οφείλεται αποκλειστικά στη μεγάλη υποχώρηση των αποστολών της υποκατηγορίας «λάδια & λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης», σε 285,1 εκατ. ευρώ από 537,4 εκ. ευρώ (-46,9%) -δηλαδή κατά κύριο λόγο στις εξαγωγές ελαιολάδου. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται μικρή αύξηση (+1,6%) των εξαγωγών της σημαντικότερης υποκατηγορίας «τρόφιμα και ζώα ζωντανά» (σε 3.455,6 εκ. ευρώ από 3.400,8 εκατ. ευρώ). Η εν λόγω υποκατηγορία αφορά στο 13,9% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών κατά το εννεάμηνο του 2019. ‘Ανοδος (+3,8%) καταγράφεται και στις αποστολές της υποκατηγορίας «ποτά και καπνός» (549,5 εκατ. ευρώ από 529,4 εκατ. ευρώ).

Οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων εμφανίζουν σημαντική άνοδο 9,3% με την αξία τους να ανέρχεται σε 11.061,3 εκατ. ευρώ το πρώτο εννεάμηνο του 2019, από 10.123,6 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Η άνοδος αυτή προκύπτει από την ενίσχυση των εξαγωγών στις τρεις από τις τέσσερις υποκατηγορίες βιομηχανικών προϊόντων. Συγκεκριμένα, μεγάλη ποσοστιαία αύξηση καταγράφουν οι εξαγωγές στην υποκατηγορία «διάφορα βιομηχανικά είδη» κατά 25% (σε 2.026 εκ. ευρώ από 1.620,2 εκατ. ευρώ ) και αυτές στην υποκατηγορία «χημικά προϊόντα & συναφή (μ.α.κ.)» κατά 18,9% (σε 2.995,2 εκατ. ευρώ από 2.518,3 εκατ. ευρώ).

Ενισχυμένες (+6,5%) εμφανίζονται και οι εξαγωγές της υποκατηγορίας «μηχανήματα & υλικό μεταφορών» (σε 2.224,7 εκατ. ευρώ από 2.089,7 εκατ. ευρώ), ενώ οι εξαγωγικές επιδόσεις της μεγαλύτερης υποκατηγορίας βιομηχανικών προϊόντων «βιομηχανικά είδη ταξινομημένα κατά πρώτη ύλη» παρουσιάζονται ελαφρά μειωμένες -2,1% (σε 3.815,4 εκατ. ευρώ από 3.895,4 εκατ. ευρώ).

Ως προς τις υπόλοιπες μεγάλες κατηγορίες προϊόντων, ξεχωρίζει η μικρή μείωση των εξαγωγών καυσίμων κατά -2,9% (σε 8.220,5 εκατ. ευρώ από 8.468 εκατ. ευρώ), οι οποίες κατά το διάστημα Ιανουάριος-Σεπτέμβριος του 2019, καταλαμβάνουν μερίδιο 33% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών, από 34,7% το αντίστοιχο περσινό εννεάμηνο. Οι εξαγωγές των πρώτων υλών εμφανίζουν αύξηση 8,1% και ανήλθαν σε 982,6 εκατ. ευρώ από 908,7 εκατ. ευρώ. Τέλος, οι χαμηλές σε αξία εξαγωγές της κατηγορίας «είδη και συναλλαγές μη ταξινομημένα κατά κατηγορίες» εμφανίζουν μείωση -10,1% (σε 380,3 εκατ. ευρώ από 423 εκατ. ευρώ).

 

Η πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Χριστίνα Σακελλαρίδη σχολιάζοντας τα παραπάνω επισημαίνει τα εξής:

«Οι ελληνικές εξαγωγές διατηρούν τη δυναμική τους, παρ’ όλα τα εμπόδια που διαρκώς υψώνονται στο δρόμο τους. Παραμένουν βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας και αποδεικνύουν πως με την κατάλληλη στήριξη μπορούν να πετύχουν ακόμη περισσότερα προς όφελος της ανάπτυξης, των επενδύσεων και της απασχόλησης.

Κομβικής σημασίας για τις προοπτικές των ελληνικών εξαγωγών είναι η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εντάξει και πάλι την Ελλάδα στη λίστα των χωρών «διαπραγματεύσιμου ρίσκου» της ΕΕ. Με την απόφαση αυτή αίρεται ένα τεράστιο εμπόδιο, το οποίο υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα και επιβάρυνε τη ρευστότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, ειδικά των ΜμΕ και τίθενται οι βάσεις για περαιτέρω τόνωση της εξωστρέφειας, προς όφελος της εθνικής οικονομίας.

Παράλληλα, αντικατοπτρίζει την εμπιστοσύνη που δείχνουν πλέον οι ξένοι εταίροι προς τη χώρα μας, αναγνωρίζοντας πως η ελληνική οικονομία έχει μπει σε μια διαφορετική και πολύ πιο ελπιδοφόρα τροχιά».