Η ένδειξη «κομμουνιστικό» συνιστούσε πριν από λίγες δεκαετίες ισχυρή «εταιρική» ταυτότητα για τα κόμματα της Αριστεράς. Ειδικά στην Ελλάδα όπου ο Στάλιν με τον Τσόρτσιλ μεταξύ οξύρυγχου και οίνου μοίρασαν τα Βαλκάνια. Από εκείνη τη μοιρασιά ο Στάλιν άφησε ως «κληρονομιά» στην ελληνική αριστερά ένα 25% υπό σοβιετική επιστασία.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία και ρόλοι. Και στην ιστορία του αριστερού κινήματος στην Ελλάδα σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Λεωνίδας Κύρκος. Μετά από τη δικτατορία πρωταγωνίστησε στην περίοδο της Μεταπολίτευσης στην ανανέωση της Αριστεράς και στον απογαλακτισμό της από το σοβιετικό μοντέλο.

Από το ΚΚΕ Εσωτερικού με τον Μπάμπη Δρακόπουλο, την ΕΑΡ και στη συνέχεια με το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, πρωτοστάτησε στη διαμόρφωση ενός κλίματος συνεννόησης με την Κεντροαριστερά αφού είχε προηγηθεί το εγχείρημα του «ιστορικού συμβιβασμού» αλά ελληνικά.

Και μετά… ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μ’ αυτό το παράπονο έφυγε απ’ τη ζωή ο Λεωνίδας Κύρκος μια μέρα του Αυγούστου πριν από εννέα χρόνια. Με το παράπονο ότι το ίδιο του το κόμμα «αποστάτησε» από τις ιδέες που αποτέλεσαν το εκλυτικό αίτιο της ίδρυσης του.

Η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, οι συνιστώσες που έγιναν κόμμα στη συνέχεια κυβέρνηση και σήμερα φιλοδοξεί να γίνει… ΠΑΣΟΚ, έχει κάθε λόγο να έχει στο περιθώριο την πολιτική σκέψη του Λεωνίδα Κύρκου. Όμως τον ήχο της βραχνής του φυσαρμόνικας δεν μπορούν να τον σκεπάσουν οι ιαχές των «πολάκηδων».

«Γιατί η νύχτα κρατάει ακόμα» γι αυτούς που ήρθανε και γι αυτούς που θα έρθουν. Γιατί η φυσαρμόνικα του Λεωνίδα δεν έχει συγίσει. Συνεχίζει να παίζει στα χείλη του… «μη φύγετε κι ας είναι αργά».

Χάθηκε η μπάλα;

Παρακολουθώντας τις αντιδράσεις της πλειοψηφίας των διαμορφωτών της κοινής γνώμης (την οποία ενδεχομένως θεωρούν τόσο «κοινή» ώστε δεν τις δίνουν τη δυνατότητα να έχει γνώμη), αλλά και πολιτικών που συνήθως ακολουθούν τη κοινή γνώμη καταλήγοντας να μην έχουν γνώμη, έχω την αίσθηση ότι έχει χαθεί το μέτρο.

Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που χάνεται η μπάλα. Μόνο που αυτή τη φορά η μπάλα είναι βαρειά. Τόσο βαρειά που δύσκολα μεταφέρεται από τη μια μεριά του γηπέδου στην άλλη. Πολύ απλά δεν κυκλοφορεί, μένει στάσιμη σ’ ένα σημείο του γηπέδου και όσοι επιχειρούν να την κλωτσήσουν κινδυνεύουν να σπάσουν κανένα πόδι.

Αναφέρομαι στην διαρκώς κλιμακούμενη ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στην έντονη συναισθηματική φόρτιση με την οποία σχολιάζονται οι εξελίξεις. Κάποιοι είναι προφανές ότι βρήκαν την ευκαιρία να βγάλουν τα απωθημένα τους. Κάποιοι άλλοι να δείξουν ότι είναι περισσότερο πατριώτες από κάποιους άλλους.

Πάμε σε πόλεμο και δεν το έχω καταλάβει; Κάθε άλλο! Το αντίθετο θα έλεγα ακούγοντας τον Πρωθυπουργό, με τον ψύχραιμο αλλά συννάμα αποφασιστικό λόγο του, αλλά και τους υπουργούς Εξωτερικών και Άμυνας. Ωστόσο βλέπω ότι αρκετοί είναι αυτοί που τους ερμηνεύουν παρερμηνεύοντας τους.

Σκοπίμως ή αφελώς δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτό το εθνικιστικό παραλήρημα (αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα κοινωνικά δίκτυα), που έφθασε μέχρι του σημείου κάποιοι πολιτικοί να αισθάνονται «εθνικά υπερήφανοι» για την τριάρα του ΠΑΟΚ στην Μπεσίκτας), αδικεί την προσπάθεια της κυβέρνησης και προσωπικά του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αδικεί το σκοπό που είναι να βγάλει από την «ακινησία» δεκαετιών τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Θυμίζουμε ότι ο εμφύλιος έχει τελειώσει

Μαθαίνω και μακάρι να ισχύει ότι η κυβέρνηση, η φιλελεύθερη τονίζω κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν θα στείλει τον υφυπουργό Άμυνας στη μεθαυριανή εκδήλωση στον Γράμμο και στο Βίτσι. Και ορθώς θα πράξει. Όχι γιατί εκεί συνήθως παρευρίσκονται ακροδεξιοί και χρυσαυγίτες, αλλά γιατί οι μνήμες των νεκρών πρέπει να τις αφήσουμε να αναπαυθούν.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πριν ακόμα γίνει Πρωθυπουργός είχε σαφή και κατηγορηματική θέση για τον εμφύλιο. Οι μνήμες εκείνης της περιόδου δεν πρέπει να μας στοιχειώνουν, αλλά να μας καθοδηγούν ώστε η Ελλάδα και οι Έλληνες να απαλλαγούν από όλα τα κατάλοιπα εκείνης της περιόδου.

Ο Εμφύλιος τελείωσε πριν από 70 χρόνια και είναι τουλάχιστον ασέβεια σε όσους έχασαν τις ζωές τους να θέλουν ορισμένοι για ιδεολογικούς ή άλλους λόγους να τον συνεχίζουν. Είναι δικαίωμα της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών, όπως και κάθε Ένωσης ή μεμονωμένων ατόμων, να πιστεύουν ότι έτσι τιμούν τη μνήμη των θυμάτων εκείνης της μαύρης περιόδου.

Η παρουσία όμως της Πολιτείας δεν συνάδει με το αφήγημα της εθνικής συμφιλίωσης και της εθνικής ενότητας. Θα είχε νόημα και ισχυρό συμβολισμό εάν ο Γράμμος και το Βίτσι γινόταν σύμβολο ενότητας και ομοψυχίας, με τη συμμετοχή όλων και όχι με τη συμμετοχή όσων επιδιώκουν να αναμοχλεύουν μίση και πάθη μιας περίδου που δεν τιμά κανέναν.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τη Δεξιά αλλά και την Αριστερά.