Έντονη κριτική του βρετανικού κοινοβουλίου στους επικεφαλής της Thomas Cook

4

Βρετανοί βουλευτές όλων των κομμάτων άσκησαν έντονη κριτική στα μέλη της διοίκησης του τουριστικού ομίλου Thomas Cook, στη διάρκεια της πρώτης τους λογοδοσίας ενώπιον εξεταστικής επιτροπής του κοινοβουλίου από τότε που κατέρρευσε η εταιρία, στη διάρκεια της οποίας κατηγορήθηκαν ότι προσπάθησαν να αποκρύψουν το πραγματικό μέγεθος των απωλειών της εταιρίας, ενόσω αυτή παράπαιε.

Η διακομματική επιτροπή κατηγόρησε τους διοικούντες ότι προσπάθησαν να «μαγειρέψουν» τα βιβλία της εταιρίας τα τελευταία οχτώ χρόνια, παραλείποντας δαπάνες ύψους 1,8 δισ. λιρών από την κύρια οικονομική της έκθεση. Η πρόεδρος της Επιτροπής και βουλευτής των Εργατικών, Ρέιτσελ Ριβς, δήλωσε στη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας ότι «τα χρέη της εταιρίας ήταν πολύ χειρότερα από τους αριθμούς που τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου προσπαθούσαν να παρουσιάσουν στην αγορά» και ότι στο τέλος πλήρωσαν τις συνέπειες όλου αυτού.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η αποτυχία της διοίκησης ήταν αυτή που οδήγησε στην κατάρρευση της Thomas Cook και συγκεκριμένα «μία σειρά από εσφαλμένες κρίσεις» κυρίως σε ό,τι αφορά την αποτυχία αντιμετώπισης του χρέους (κατά την πενταετία της διοίκησης των Μέισμαν και Φάνκχαουσερ), στην αποτυχία καταγραφής της υπεραξίας της εταιρίας, όπως και στην αποτυχία πώλησης κάποιων τμημάτων της επιχείρησης προς διάσωση κάποιων άλλων, όπως π.χ. της αεροπορικής εταιρίας ή των ταξιδιωτικών πρακτορείων, προκειμένου να συγκεντρωθεί το απαιτούμενο ποσό των 200 εκατομμυρίων για την διάσωσή της.

Η πρόεδρος Ρέιτσελ Ριβς απευθυνόμενη προς τους πρώην επικεφαλής της Thomas Cook (τους πρώην διευθύνοντες συμβούλους Πίτερ Φάνκχαουσερ και Στεν Ντόγκαρντ, τον πρώην πρόεδρο, Φρανκ Μέισμαν, τους πρώην προέδρους της επιτροπής λογιστικού ελέγχου και της επιτροπής αποζημιώσεων) δήλωσε ότι δεν υπέδειξαν την αρμόζουσα «αξιοπρέπεια» κατά τη σημερινή διερευνητική διαδικασία και τους κάλεσε τουλάχιστον να επιστρέψουν κάποιες από τις μεγάλες αμοιβές που έλαβαν στη διάρκεια της διοίκησής τους.

Η Ένωση Πιλότων εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία καταδικάζει την σημερινή εμφάνιση της διοίκησης ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής. «Είναι δίκαιο οι υπεύθυνοι της Thomas Cook να είναι σήμερα υπόλογοι για την κατάρρευση της εταιρίας. Δυστυχώς, σήμερα, ως απάντηση σε μία εξαιρετική ανάκριση από την επιτροπή, είδαμε πολλή συσκότιση και λίγη μεταμέλεια από τους διοικούντες», ανέφερε.

Τι είπε ο πρώην CEO για τον υπέρογκο μισθό και μπόνους

Ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Thomas Cook δήλωσε σήμερα (15/10) ότι κατανοεί την οργή της κοινής γνώμης αναφορικά με τις αποδοχές του αλλά υπερασπίστηκε τα πεπραγμένα του, λέγοντας ότι εργάστηκε ακούραστα για να προσπαθήσει να σώσει την εταιρία.

Εμφανιζόμενος ενώπιον επιτροπής του βρετανικού κοινοβουλίου, ο Πέτερ Φανκχάουζερ ζήτησε και πάλι συγγνώμη από τους πελάτες, το προσωπικό και τους προμηθευτές της εταιρίας και δήλωσε ότι η ευθύνη για την κατάρρευση μοιράζεται μεταξύ πολλών πλευρών που προσπάθησαν -και δεν κατάφεραν- να καταλήξουν σε μια συμφωνία διάσωσης.

Ερωτηθείς για τον μισθό του, που ανήλθε στο 1,02 εκατ. στερλίνες (1,29 εκατ. δολαρία) συμπεριλαμβανομένων συνταξιοδοτικών και άλλων παροχών, δήλωσε ότι δεν όρισε ο ίδιος τον μισθό του ούτε αποφάσισε για τα μπόνους.

«Δεν πρόκειται να προσπαθήσω να υπερασπιστώ τον βασικό μου μισθό, διότι σε σχέση με τον βασικό μισθό ενός απλού εργαζομένου, είναι ένα τεράστιο ποσό… Κατανοώ πλήρως το κοινό αίσθημα», δήλωσε στην επιτροπή.

«Ωστόσο, αυτό που μπορώ να απαντήσω σε αυτό είναι ότι εργάστηκα ακούραστα για την επιτυχία αυτής της εταιρίας και λυπάμαι βαθύτατα που δεν κατάφερα να πετύχω τη συμφωνία».

Πρόσθεσε ότι οι προσπάθειές του να μεταμορφωθεί η εταιρία μετά τον διορισμό του το 2014 περιορίστηκαν από τα χρέη της. Δήλωσε ότι το μπόνους των 750.000 λιρών που έλαβε το 2017 θα μπορούσε θεωρητικά να επιστραφεί, αλλά το 30% του ποσού καταβλήθηκε σε μετοχές που τώρα δεν έχουν καμία αξία.

«Η δέσμευσή μου στην εταιρία ήταν ξεκάθαρη: ποτέ δεν πούλησα ούτε μία μετοχή, διότι πίστευα σε αυτή την εταιρία», δήλωσε.