Το 325 μ.Χ., στη Νίκαια της Βιθυνίας, συγκλήθηκε η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα στην ιστορία του Χριστιανισμού και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Δώδεκα χρόνια μετά το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.), με το οποίο ο Κωνσταντίνος Α΄ έδωσε τέλος στους διωγμούς των χριστιανών και αναγνώρισε την ελευθερία της λατρείας, η αυτοκρατορία επιδίωκε πλέον την εσωτερική συνοχή. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο αυτοκράτορας κάλεσε επισκόπους από όλη την επικράτεια, με στόχο να αντιμετωπιστεί ο βαθύς θεολογικός διχασμός που είχε προκαλέσει η διδασκαλία του Αρείου.


Ο Άρειος, πρεσβύτερος της Αλεξάνδρειας, υποστήριζε ότι ο Χριστός δεν είναι αιώνιος Θεός αλλά δημιούργημα, κατώτερος από τον Πατέρα
. Η θέση αυτή συγκλόνισε την Εκκλησία και δίχασε την Ανατολή και τη Δύση. Η Σύνοδος της Νίκαιας καταδίκασε τον Αρειανισμό και διαμόρφωσε το πρώτο Σύμβολο της Πίστεως, το Πιστεύω, στο οποίο ο Χριστός ορίζεται ως «ομοούσιος τω Πατρί». Η διατύπωση αυτή αποτέλεσε τον πυρήνα της χριστιανικής θεολογίας και τον θεμέλιο λίθο της Τριαδικής πίστης.


Η Σύνοδος καθόρισε επίσης τον κοινό τρόπο εορτασμού του Πάσχα
. Η μεγάλη γιορτή του Χριστιανισμού ορίστηκε να τελείται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία, εγκαθιδρύοντας μια ενιαία πρακτική σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και διαχωρίζοντας το χριστιανικό Πάσχα από το εβραϊκό, αν και εμπνευσμένο από αυτό (όπως και ολόκληρο το χριστιανικό ημερολόγιο).

Ταυτόχρονα, θεσπίστηκαν κανόνες για την πειθαρχία των κληρικών, τη λειτουργία επισκοπών και μητροπόλεων, τη διοικητική τάξη, την τέλεση των μυστηρίων και τη στάση της Εκκλησίας απέναντι σε αιρετικούς. Με αυτά τα μέτρα διαμορφώθηκε για πρώτη φορά μια ενιαία εκκλησιαστική δομή με παγκόσμια ισχύ.


Η Νίκαια υπήρξε το σημείο στο οποίο ο Χριστιανισμός συνδέθηκε με την πολιτική εξουσία. Ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε ότι η ενότητα της Εκκλησίας μπορούσε να εγγυηθεί και την ενότητα της αυτοκρατορίας. Έτσι, η Σύνοδος καθόρισε όχι μόνο θεολογικές θέσεις αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία θα λειτουργούσε μέσα στον κόσμο.


Η πορεία προς την ενότητα, ωστόσο, δεν ήταν ευθεία. Το 1054, με το Μεγάλο Σχίσμα ανάμεσα στη Ρώμηκαι την Κωνσταντινούπολη, ο χριστιανικός κόσμος χωρίστηκε οριστικά σε Καθολικούς και Ορθοδόξους. Στο επίκεντρο βρέθηκαν θεολογικές και πολιτικές διαφορές, όπως η προσθήκη του Filioque στο Πιστεύω από τη Δύση, σύμφωνα με την οποία το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται «εκ του Πατρός και του Υιού», θέση που η Ανατολή απέρριψε ως αλλοίωση της αρχικής διδασκαλίας.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 θεωρήθηκε από τους Ορθοδόξους ως πράξη προδοσίας ενώ η Άλωση του 1453 από τους Οθωμανούς καθιέρωσε μια μακρά περίοδο καχυποψίας, με τη Δύση να κατηγορείται ότι δεν προστάτευσε τους «αδελφούς» της.
Έστω και δεκαεπτά αιώνες μετά, η κοινή προσευχή του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Πάπα Λέοντα ΙΔ επισημαίνει ότι η αναζήτηση της ενότητας παραμένει ζωντανή. Η Σύνοδος της Νίκαιας συνεχίζει να εμπνέει διάλογο και αυτογνωσία στη μεγαλύτερη θρησκεία του κόσμου, με πάνω από 2,5 δισεκατομμύρια πιστούς, και υπενθυμίζει ότι η ενότητα δεν είναι δεδομένη, όπως φαίνεται στον πόλεμο των «αδερφών-εχθρών» Ρώσων και Ουκρανών.