Επτά μονόλογοι για τη μετανάστευση

15

 

Οι δρόμοι διαμέσου των οποίων μπορεί να φτάσει κανείς στη λογοτεχνία είναι πολλοί. Η Μαρία Τσιμά, ηθοποιός που έχει εργαστεί στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση (έχει επίσης ασχοληθεί με τη θεατρική διασκευή και το σενάριο), έδωσε το 2017 το πρώτο πεζογραφικό της βιβλίο, υπό τον τίτλο «Το λιθόστρατο» (εκδόσεις Στερέωμα).

Βιβλιοκριτική, του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Μια νουβέλα που εκτυλίσσεται στην Κεφαλονιά, αποκαλύπτοντας μια δραματική (όχι, ωστόσο, και μελοδραματκή) οικογενειακή ιστορία. Εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στο «Λιθόστρατο» είναι ο τρόπος με τον οποίο χτίζει η Τσιμά την προσωπικότητα της ηρωίδας της: μονόχνοτη, είτε για το καλό πρόκειται είτε για το κακό, κυριαρχημένη από το ένστικτο του έρωτα και του θανάτου (ο έρωτας θα την εκμηδενίσει και ο θάνατος θα τη συνεπάρει), βυθισμένη στον εαυτό της και την ίδια ώρα αυτοκαταστροφική (όντας έτοιμη να ρισκάρει και να διαλύσει τα πάντα), η Ζωή είναι ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας με εξαιρετικά δυνατή πνοή.

Τα «Ίσια δικαιώματα», που κυκλοφόρησαν πριν από λίγο καιρό (και πάλι από τις εκδόσεις Στερέωμα), είναι το δεύτερο βιβλίο της Τσιμά και τυπικά ανήκουν στο θέατρο, περιλαμβάνοντας επτά αφηγήσεις ισάριθμων γυναικών, οι οποίες ξεκίνησαν τη σκηνική διαδρομή τους από το Θέατρο Τέχνης, αλλά μπορούν να διαβαστούν και σαν μια σειρά λογοτεχνικών μονολόγων για την τύχη των μεταναστών στην Ελλάδα και τα πολλαπλά τους προβλήματα. Οι γυναίκες της Τσιμά δεν είναι ούτε πλάσματα παραδομένα στη μοίρα τους, που ζητούν το συμπονετικό βλέμμα μας, ούτε πρόσωπα που αγωνίζονται να επιβιώσουν έναντι παντός τιμήματος. Υποφέρουν από τη μοναξιά κι από τη νοσταλγία για την ξεχασμένη πατρίδα, αλλά την ίδια ώρα παραμένουν προσκολλημένες στη δύναμη και την αξία της ζωής. Όσο για τους Έλληνες, μπορεί να τις αδικούν και να τις βάζουν στο στόχαστρο της καχυποψίας τους, από την άλλη όμως μεριά μπορεί να ζητήσουν σχεδόν απεγνωσμένα και τη συμπαράσταση ή την κατανόησή τους. Και όλοι οι ήρωες, Έλληνες και ξένοι, ερχονται κοντά μέσα από τα ζητήματα που τους χωρίζουν και ταυτοχρόνως τους ενώνουν.

Η φροντίδα και οι έγνοιες των παιδιών που βρίσκονται μακριά, οι κίνδυνοι του ερώτα που δεν αποκλείεται να καταλήξουν σε φόνο ή η ανάγκη της προσαρμογής στο καινούργιο περιβάλλον που χρονίζει επί δεκαετίες να βρει την ισορροπία της μετατρέπονται στις αφηγήσεις της Τσιμά σε μια δύσκολη και καταπιεστική, πλην στιβαρή και ακμαία καθημερινότητα – μια πραγματικότητα η οποία δεν θα παραδώσει ποτέ τα όπλα, αναζητώντας ακατάπαυστα καινούργια σημεία στήριξης.

Θέατρο-ντοκουμέντο, θέατρο-μοντάζ και θέατρο των καταπιεσμένων. Ναι, η Τσιμά έβαλε μπροστά τη δουλειά της με ένα κασετόφωνο στο χέρι κι ένα αυτοσχέδιο ερωτηματολόγιο, και σίγουρα πολλά είδη θεάτρου έρχονται να συναντηθούν στο βιβλίο της (βλ. σχετικά και τη εισαγωγή της Δήμητρας Πετροπούλου). Εκείνο, πάντως, που σίγουρα δεν γίνεται να παραβλέψουμε είναι, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, η λειτουργία των επτά μονολόγων σε αμιγώς λογοτεχνικό επίπεδο – γεγονός που τους επιτρέπει να συνομιλήσουν ισάξια με πλήθος αντίστοιχα δείγματα της σύγχρονης πεζογραφίας.